Ὁ Ἄρειος Πάγος

AREOPAGUS― Ἄρει δ’ἔθυον, ἔνθεν ἔστ’ ἐπώνυμος πέτρα πάγος τ’ Ἄρειος•
ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ ΣΤ.693

Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἕνας βράχος κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη τῆς Ἀθήνας.
Οἱ Ἀθηναῖοι θεωροῦσαν ὅτι στὸ βράχο αὐτὸ συγκεντρώθηκαν οἱ θεοί γιὰ νὰ δικάσουν τὸ θεὸ Ἄρη ποὺ εἶχε φονεύσει ἕναν ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ποσειδῶνος, τὸν Ἀλιρρόθιο:

― ἀφ’ οὗ δίκη Ἀθήνησιν ἐγένετο Ἄρει καὶ Ποσειδῶνι ὑπὲρ Ἁλιρροθίου τοῦ Ποσειδῶνος, καὶ ὁ τόπος ἐκλήθη
Ἄρειος Πάγος, ἔτη ΧΗΗΠΔΠΙΙΙ, βασιλεύοντος Ἀθηνῶν Κραναοῦ.
IG XII,5 444 , 6a-3αb

Θεωροῦσαν ἀκόμη ὅτι ἐδῶ δικάσθηκε καὶ ὁ Ὀρέστης, ὁ γιὸς τοῦ Ἀγαμέμνονος, ἐπειδὴ φόνευσε τὴ μητέρα του τὴν Κλυταιμνήστρα:

― ἀφ’ οὗ Ὀρέστηι τῶι Ἀγαμέμνονος καὶ τῆι Αἰγίσθου θυγατρὶ Ἠριγόνηι ὑπὲρ Αἰγίσθου καὶ Κλυταιμήστρας φόνου δίκη
ἐγένετο ἐν Ἀρείωι Πάγωι, ἣν Ὀρέστης ἐνίκησεν ἴσων γενομένων τῶν [ψήφων, ἔτη [ΠΗ]ΗΗΗΗΔΔΔΔΙΙΙ, βασιλεύοντος Ἀθηνῶν Δημοφῶντος.
ΕΠΙΓΡΑΦΗ IG XII,5 444 , 41a-26.41b

Ὁ Αἰσχύλος γιὰ τὴ δίκη τοῦ Ὀρέστη στὴν τραγωδία «Εὐμενίδες» βάζει τὴ θεὰ Ἀθηνᾶ νὰ λέει :

― ἐπεὶ δὲ πρᾶγμα δεῦρ’ ἐπέσκηψεν τόδε,
. . . . . .
φόνων δικαστὰς ὁρκίων αἰδουμένους
θεσμόν, τὸν εἰς ἅπαντ’ ἐγὼ θήσω χρόνον.
ὑμεῖς δὲ μαρτύριά τε καὶ τεκμήρια
καλεῖσθ’, ἀρωγὰ τῆς δίκης ὀρθώματα.
κρίνασα δ’ ἀστῶν τῶν ἐμῶν τὰ βέλτατα
ἥξω, διαιρεῖν τοῦτο πρᾶγμ’ ἐτητύμως.
ὅρκων περῶντας μηδὲν ἔκδικον φρεσίν
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ στ. 482-489

[ Μὰ ἀφοῦ τὸ πράγμα ἐδῶ κατάληξε νὰ φτάσει,
ἐγὼ θὰ βάλω δικαστὲς ποὺ νὰ δικάζουν φόνους
καὶ τὸ θεσμὸ νὰ σέβονται τῶν ὅρκων,
που `ναὶ γιὰ πάντα. Μαρτυρίες ‘σεῖς
νὰ φέρετε καὶ ἀποδείξεις
ποὺ θὰ βοηθήσουνε τὴ δίκη νὰ στηρίξουν.
Καὶ θὰ ξανάρθω,
ἀφοῦ διαλέξω ἀπ` τοὺς πολίτες
μου, τοὺς πιὸ καλούς, νὰ ξεδιαλύνουν τὴν ὑπόθεση αὐτὴ
σύμφωνα μὲ τὸ δίκιο.
Χωρὶς νὰ παραβαίνουνε τὸν ὅρκο τους,
πιστοὶ στὴ δίκαιη κρίση τους.]

Στὸν Ἄρειο Πάγο λειτουργοῦσε δικαστήριο ἀπὸ τὰ πανὰρχαια χρόνια.
Στὰ χρόνια της βασιλείας, ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ πιὸ πλούσιοι ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους πολίτες συνεδρίαζαν στὸν Ἄρειο Πάγο ὡς δικαστὲς γιὰ νὰ δικάσουν ἐκείνους ποὺ κατηγοροῦνταν ὅτι ἔκαναν κάποιο φόνο.
Οἱ πλούσιοι αὐτοὶ δικαστές, οἱ Ἀρεοπαγίτες, ὅταν καταργήθηκε τὸ πολίτευμα τῆς βασιλείας, τὸ -752/1 πῆραν στὰ χέρια τοὺς τὴν ἐξουσία καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἄρχοντες κυβερνοῦσαν τὴν πόλη τῆς Ἀθήνας. Οἱ Ἀρεοπαγίτες ἀπόκτησαν μεγάλη δύναμη καὶ ἐξουσία αὐτὴ τὴν ἐποχή. Ἀποφάσιζαν γιὰ τὶς περισσότερες καὶ γιὰ τὶς πιὸ σπουδαῖες ὑποθέσεις τοῦ κράτους. Οἱ ἀποφάσεις τοὺς αὐτὲς γίνονταν νόμοι τοῦ κράτους ποὺ ἔπρεπε νὰ τοὺς τηροῦν ὅλοι ὅσοι ζοῦσαν στὴν Ἀθήνα. Εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ τιμωροῦν ἐκείνους ποὺ παραβίαζαν αὐτοὺς τοὺς νόμους μὲ σωματικὲς ποινὲς ἢ μὲ χρηματικὰ πρόστιμα. Ἡ μικρὴ αὐτὴ ὁμάδα τῶν πλουσὶων ἀριστοκρατῶν ἀποτέλεσε τὴν «ἐξ Ἀρείου Πάγου Βουλή».

Μὲ τὴ νομοθεσία τοῦ Σόλωνα, ἀπὸ τὸ -592/1 καὶ μετά, ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου περιορίσθηκε. Ὁ Σόλωνας κατάργησε τὸ δικαίωμα τῶν Ἀρεοπαγιτῶν νὰ ἐκλέγουν τοὺς Ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας καὶ νὰ ἀποφασίζουν γιὰ τὰ σχέδια τῶν ψηφισμάτων ποὺ θὰ συζητοῦσε ἡ ἐκκλησία τοῦ Δήμου. Τὰ σχέδια τῶν ψηφισμάτων τὰ ἑτοίμαζε,τώρα πιά, ἡ Βουλὴ τῶν Τετρακοσίων καὶ οἱ Ἄρχοντες ἐκλέγονταν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Δὴμου.
Ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἄρεσε καθόλου στοὺς Ἀρεοπαγίτες, ὁ Σόλωνας γιὰ ἀντάλλαγμα ἀνὰθεσε σ’ αὐτοὺς νὰ δικάζουν ὅσους κατηγοροῦνταν γιὰ προδοσία, γιὰ ἀνατροπὴ τοῦ πολιτεὺματος, γιὰ ἱεροσυλία, γιὰ καταστροφὴ δημοσίων κτιρίων καὶ ἐγγράφων, γιὰ ἀπάτη τοῦ λαοῦ καὶ γιὰ δωροδοκία. Φυσικά, ἡ Βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου συνέχισε νὰ ἐλέγχει τοὺς Ἄρχοντες, νὰ εἶναι φύλακας τῶν νόμων καὶ νὰ δικάζει ὑποθέσεις φόνων.
Ἀργότερα ὁ Πεισίστρατος καὶ οἱ γιοὶ τοῦ ( -546 -510) ἀφαίρεσαν ἀπὸ τὴ Βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅλες τὶς πολιτικὲς ἐξουσίες ποὺ εἶχε καὶ τὴν περιόρισαν στὰ παλιὰ δικαστικά της καθήκοντα.
Δίκαζε πιὰ μόνο ὑποθέσεις φόνου.
Ἡ νομοθεσία τοῦ Κλεισθένους (-508) δὲν ἄλλαξε τὶς ἁρμοδιότητες ποὺ ἔδωσε ὁ Σόλωνας στὴ Βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὴν ἐξουσία τὴν εἶχε ἡ ἐκκλησία τοῦ Δήμου. Ἀπὸ τὸ -479 καὶ μέχρι τὸ -462 ἡ Βουλή του Ἀρείου Πάγου κατάφερε νὰ κυβερνήσει καὶ πάλι τὸ κράτος τῆς Ἀθήνας. Αὐτὸ ἔγινε γιατί, πρὶν τὴ ναυμαχία της Σαλαμίνας, οἱ Ἀρεοπαγίτες ἔδωσαν ἀπὸ τὸ ταμεῖο τῆς Βουλῆς τους ὀκτὼ δραχμὲς σὲ κάθε Ἀθηναῖο πολίτη ὡς οἰκονομικὴ ἐνίσχυση. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο οἱ ἀριστοκράτες ἀπόκτησαν τὴν παλιά τους δύναμη.
Ὅμως, τὸ 462 π.Χ οἱ δημοκρατικοὶ πολίτες τῆς Ἀθήνας μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ἐφιάλτη ἀποδυνάμωσαν ἐντελῶς τὴ Βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅλες τὶς ἐξουσίες τοῦ κράτους τὶς ἔδωσαν στὴν ἐκκλησία τοῦ Δήμου, στὴ Βουλὴ τῶν Πεντακοσίων καὶ στὸ λαϊκὸ δικαστήριο τῆς Ἠλιαίας.

Οἱ Ἀρεοπαγίτες δίκαζαν, πιά, μόνο ἐγκληματικὲς πράξεις ὅπως φόνους, τραυματισμούς, δηλητηριάσεις, ἐμπρησμούς.
Τιμωροῦσε ὅποιους ξερίζωναν τὰ ἱερὰ ἐλαιόδένδρα καὶ ὅσους φανέρωναν κάποια ἱερὰ κείμενα.
Πολὺ ἀργότερα, τὸ 344 π.Χ, μὲ πρότασή του Δημοσθένους πρὸς τὴν ἐκκλησία τοῦ Δήμου ἡ Βουλή του Ἀρείου Πάγου «ἔλαβε ἀπόλυτη ἐξουσία ἐπὶ ὅλων των Ἀθηναίων, ὥστε νὰ τιμωρεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους των προγόνων ὁποιονδήποτε παρανομεῖ».

Βιβλιογραφία :
Ἱστορία Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ( Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν ) Βογανάτσης Κῶν/νὸς
Ἡ Ἀθηναϊκὴ Δημοκρατία ( Μ. Β. Σακελλαρίου ) Δημητρόπουλος Γεωργίου Κῶν/νὸς
Νέα Δομὴ (Ἐγκυκλοπαίδεια ) Δημητρόπουλος Ἰωάννου Κῶν/νὸς
“ Εὐμενίδες “ Αἰσχύλος Καλαρέμας Βασίλειος
Κολιοῦ Μαρία
Κολονιάρη Λουίζα
76o Δημοτικὸ Σχολεῖο Ἀθηνῶν
Τάξη Δ1

ΤΑ ΑΔΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ – Κοινωνία καὶ Θρῆνος στὰ Ἀθηναϊκὰ Ἀδώνια.

β

“τὸν Ἄδωνι ἄγομεν καὶ τὸν Ἄδωνιν κλάομεν”
ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ. BEKKER ΑΝΕΚΔ.ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ .345.29 [430 -410]

Στὴ κλασικὴ Ἀθήνα τὰ Ἀδώνια ἦταν μία ἑορτὴ στὴν ὁποία οἱ γυναῖκες θρηνοῦσαν τὸ θάνατο τοῦ Ἀδώνιδος, τοῦ νεαροῦ ἐραστοῦ τῆς Ἀφροδίτης.
Γιὰ τὶς συμμετέχουσες σὲ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ τὰ δύο σημαντικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Ἀδώνιδος ἦταν, ἡ σχέση του μὲ τὴν Ἀφροδίτη καὶ ὁ θάνατος του.
Στὴν Ἀθήνα ὁ Ἄδωνις δὲν συμβολίζει τὸν ἐτήσιο κύκλο τῆς ἀναβλάστησης ὅπως συμπεραίνει ὁ James Frazer.[1] Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Frazer γιὰ τὸν Ἄδωνι ὡς ἕνας θεὸς νεκραναστημένος  καὶ τὰ Ἀδώνια ὡς ἡ δραματικὴ ἀναπαράσταση τῆς Φθορᾶς καὶ τῆς Ἀναγέννησης τῶν φυτῶν καταστράφηκε πέρα γιὰ πέρα ἀπὸ τὸν Marcel Detienne [2] , ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ μιὰ δομιστικὴ προσέγγιση, τασσόμενος ὑπὲρ ἑνὸς Ἀδώνιδος ποὺ ἦταν ἐπιπόλαιος καὶ ἀντιπαραγωγικός. ― Σὲ ἀντίθεση τοῦ παράγοντος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ζωὴ κάθε χρόνο ἀναβίωνε, ὁ Ἄδωνις ἦταν ἡ ἀντίθεση μιᾶς πραγματικὰ ἀνθρώπινης καὶ γεωργικῆς γονιμότητος καὶ θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ πεδίο μόνο σὲ γυναῖκες ἀδιάφορες γιὰ τέτοια θέματα δηλαδὴ, μέτοικους, ἐταῖρες καὶ πόρνες [3]  . Ὁ Jon Winkler ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ξεκίνησε μιὰ σοβαρὴ προσπάθεια διάλυσης τοῦ δομιστικοῦ ἀρχέτυπου τοῦ Detienne [4] ,ἀργότερα ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι.

[1]. Ἀδώνις : Καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολὴ σύμφωνα μὲ τὸν Frazer. «Ὑπὸ τὰ ὀνόματα Ὄσιρις, Θαμμούζ, Ἄδωνις καὶ Ἄττις, οἱ ἄνθρωποι τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Δυτικῆς Ἀσίας  συμβόλιζαν τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀναγέννηση μὲ τὴν προσωποποίηση ἑνὸς Θεοῦ ποὺ ἐτησίως πέθαινε καὶ ἀνασταινόταν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς». [2].Detienne. Ἡ κριτικὴ τοῦ Detienne στὸν Frazer εἶχε προβλεφθεῖ καὶ ἀπὸ ἄλλους. [3]. Ὁ  Detienne προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει τὰ Ἀθηναϊκὰ Ἀδώνια ὡς πρὸς τὴ βάση ἑνὸς συγκεκριμένου μύθου τῆς καταγωγῆς τοῦ Ἀδώνιδος. Αὐτός  ο μύθος  καταγράφεται ἀπὸ τὸν Ὀβίδιο (μετὰ Ν.10), στὸν ὁποῖο ὁ Ἄδωνις ἔχει συλληφθεῖ ἀπὸ τὴν αἰμομικτικὴ ἕνωση τῆς Μύρρας,  ἡ ὁποία σαγήνεψε τὸν πατέρα της, τὸν Κινύρα. Στὴ συνέχεια ὁ Ἄδωνις   γεννιέται, ἀφοῦ ἡ μητέρα του ἔχει μεταμορφωθεῖ σὲ ἕνα δέντρο Μύρρας. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ στενὴ σχέση τοῦ Ἀδώνιδος μὲ τὰ μπαχάρια (μύρο) καὶ τὴν σαγηνευτικὴ ἀποπλάνηση. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τὰ πάντα εἶναι εὐνόητα . Τὰ μπαχάρια (θυμίαμα, ἀρώματα) ,τὸ δίκοπο μαχαίρι. Ὅλα χρησιμοποιοῦνται καταλλήλως γιὰ τὴ θυσία στοὺς θεούς. Ἀλλὰ ἐπίσης χρησιμεύουν  καὶ ὡς ἀφροδισιακὰ – ὡς διαμεσολαβητὲς στὴν ἐρωτικὴ-ἀποπλάνηση. Σέ δεύτερο ρόλο ἀποτελοῦν τὴν ἀπειλὴ γιὰ τὸ γάμο, ὁ σκοπὸς τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἡ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ ἡ παραγωγὴ τῶν νόμιμων παιδιῶν ποὺ θὰ συνεχίσουν τὴν οικογενειακὴ ρανίδα ἀρρένων. Ὁ Ἄδωνης εἶναι  ὁ ἀκαταμάχητος ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ὁ ἄκαρπος γόης ποὺ σαγηνεύει τὶς θεές, εἶναι ἡ ἀντίθεση τοῦ γάμου καὶ τῆς γόνιμης σεξουαλικὴς ἕνωσης. [4]. Winkler 188-209 μὲ τὶς σημειώσεις του.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πραγματολογικὰ λάθη στὴ διατριβὴ τοῦ Detienne [5] , ὁ Winkler βρῆκε πραγματικὰ ἀκατανόητο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἀθηναῖες θὰ ἑόρταζαν τὴν περιθωριοποίησή τους σὲ μία θρησκευτικὴ γιορτή. Σίγουρα, ὁ Winkler θεώρησε ὅτι οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ εἶχαν ἀναγνωρίσει τὸν ἀνώτερο κοινωνικὸ ρόλο τους , ποὺ περιελαμβάνε τὶς βασικὲς δραστηριότητες ποὺ συνδέονταν μὲ τὴ γέννηση καὶ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν καὶ τὴ φροντίδα τῶν νεκρῶν , καὶ ἔτσι ἑόρταζαν τὰ Ἀδώνια, κρυφοχαμογελώντας στὸν ἐφήμερο σεξουαλικὸ ρόλο τοῦ Ἀδώνιδος καὶ ὅλων τῶν ἀνδρῶν [6] . Εἴτε κάποιος συμφωνεῖ μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Winkler, εἴτε ὄχι, ἡ ἑστίασή του γιὰ τοὺς συμμετέχοντες, τὶς γυναῖκες τῆς Ἀθήνας (πολιτῶν καὶ μὴ πολιτῶν), εἶναι σίγουρα ὁ πιὸ ὑγιὴς τρόπος γιὰ νὰ προσεγγίσει κάποιος καὶ νὰ ἐξηγήσει αὐτὴ τὴν ἑορτή. Πολὺ συχνὰ οἱ σύγχρονοι σχολιαστὲς ἀγνοοῦν τὶς συμμετέχουσες καὶ ἐπικεντρώνονται στὸ θεὸ / ἥρωα / θνητὸ / Ἄδωνι. Τὸ ἀποτέλεσμα πάντα ἦταν μία ἀνδροκεντρικὴ καὶ μυθοκεντρικὴ θέασις [7] . Ἀκόμα καὶ ὁ Winkler, ὁ ὁποῖος ἐπικρίνει δικαίως τὸ «ἀνδροποιημένο ὅραμα», τοῦ Detienne, πὰρ ‘ὅλα αὐτὰ, παραδέχεται καὶ ὁ ἴδιος (ὅπως καὶ ὁ Detienne) ὅτι «ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ὑπερβολικὰ ἀπασχολημένες μὲ φαλλικὰ θέματα ποὺ παρουσιάζουν ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἄνδρες» [8] . Κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἰδιαίτερα χρήσιμο γιὰ νὰ προσεγγίσει  τὰ Ἀδώνια μέσα ἀπὸ τὸ μύθο, δηλαδὴ νὰ ὑποθέσουμε ὅτι οἱ ἐνέργειες τῶν γυναικῶν στὰ Ἀδώνια ἦταν μία ἀναπαράσταση ἑνὸς (ἢ περισσοτέρων) μυθικῶν μορφῶν τῆς ζωῆς τοῦ Ἀδώνιδος. Μία τέτοια ὑπόθεση σὰν αὐτὴ βασίζεται στὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη ὅτι ὁ μύθος καὶ ἡ τελετουργία συνάδουν πάντα [9] . Δὲν ξέρουμε ποιὸς ἀπὸ τοὺς διάφορους μύθους τοῦ Ἀδώνιδος ἦταν γνωστὸς στὶς Ἀθηναῖες [10].

 [5].Γιὰ παράδειγμα , ὁ Detienne ἐπέμενε ὅτι τὰ Ἀδώνια ἑορτάζονταν μόνο ἀπὸ τὶς ἐταίρες καὶ τὶς πόρνες, ἀλλὰ ὑπάρχει καθαρὴ ἀπόδειξη  ὅτι  ἐπίσης καὶ  οἱ πολίτες γυναῖκες  συμμετεῖχαν, ὅπως στὴ  «Λυσιστράτη» τοῦ Ἀριστοφάνους καὶ στὴ «Σαμία» τοῦ Μενάνδρου (Βλέπε παρακάτω στὸ ἄρθρο). Αὐτὴ ἡ ἐρμηνεία εἶναι τὸ κεντρικὸ στοιχεῖο στὴ Διατριβὴ τοῦ Detienne, δηλαδὴ, ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὶς καλὲς καὶ παραγωγικὲς πολίτες συζύγους μὲ τὶς  ἐπίσημες ἐγκεκριμένες ἑορτὲς τῆς Δήμητρος (εἰδικὰ τὰ Θεσμοφόρια) καὶ οἱ σύμμικτες καὶ ἀντιπαραγωγικὲς γυναῖκες  μὲ τὰ μὴ ἐγκεκριμένα Ἀδώνια. [6]. Ἡ ἑρμηνεία ἀρχαίων γυναικείων τελετῶν τῆς γονιμότητας (Θεσμοφόρια)  ἀπὸ ἄποψης καλῆς ἄρσενικῆς γονιμότητας  , σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν κακὴ θηλυκὴ σεξουαλικότητα (τὰ Ἀδώνια) εἶναι σίγουρα ἕνας πατριαρχικὸς σφετερισμός (Winkler 199). [7] Ἀνδροκεντρική: Baudy, στοῦ ὁποίου τὴν ἑρμηνεία τὰ Ἀδώνια γίνονται μία ἱεροτελεστία μετάβασης γιὰ τοὺς νέους ἄνδρες στὸ σῶμα τῶν πολιτῶν. Μυθοκεντρική: Segal, ἡ προσέγγιση τοῦ ὁποίου εἶναι ἐντελῶς ἀνιστόρητη. Ὅλες οἱ ἐκδοχὲς τῶν μύθων τοῦ Ἀδώνιδος συνδυάζονται καὶ ἀφοροῦν «τὴν πόλις»-καμία εἰδικὴ πόλις δὲν κατονομάζεται. Ὁ Ἄδωνις, τοῦ Γιουνγκ, γίνεται ἕνα ἀέναο παιδὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλάβει τὸν ἐνήλικο ρόλο του στὴ «πόλις». Καὶ στὶς δύο αὐτὲς ἑρμηνεῖες οἱ ἑορτάζουσες γυναῖκες στὰ Ἀδώνια ἀγνοοῦνται παντελῶς. Θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι γιόρταζαν εἴτε μιὰ ἀρσενικὴ παιδεραστικὴ μύηση (Baudy) ἢ ἕνα ἀρνητικὸ ἀρσενικὸ πρότυπο πολίτη (Segal). Ὁ Ribichim (13-20) προσθέτει μία ἐθνικὴ ὄψη στὴν ἀνδροκεντρικὴ προσέγγιση. Ὁ Ἄδωνις ἦταν τὸ θηλυπρεπὲς  άρχέτυπο τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς τὸ ὁποῖο οἱ Ἀθηναῖοι ἄνδρες τὸ περιφρόνησαν σκόπιμα, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν δικὸ τους ἀνδρισμὸ ἀποφεύγοντας τὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς ἀνατολίτικης εἰσαγωγῆς. [8] . Winkler 206 [9] .  Ἡ θεωρία αὐτὴ ἀμφισβητήθηκε μὲ ἐπιτυχία ἀπὸ τὸν CS Kirk πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια. Ἂν καὶ ὁ Kirk συμφώνησε ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν πολὺ λίγοι μύθοι ποὺ εἶχαν προκαλέσει τελετουργίες. [10] Οἱ κυριότερες καταγραφὲς ἀπὸ τοὺς μύθους τοῦ Ἀδώνιδος εἶναι ἀρκετὰ μεταγενέστερες. Τὶς βρίσκουμε στὸν Ἀπολλόδωρο, Βιβλιοθήκη 3.14.3-6 καὶ στὸν Ὀβίδιο, Μεταμορφώσεις 10, 298 – 559. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπολλόδωρο, ὑπῆρχαν τρεῖς διαφορετικὲς παραδοσιακὲς ἐκδοχές : Ὁ Ἄδωνις ἦταν γιὸς τοῦ Θείαντος, βασιλέως τῆς Ἀσσυρίας, τὸ ἀποτέλεσμα μίας αἰμομικτικῆς σχέσης μὲ τὴν κόρη του (πηγὴ εἶναι ὁ Πανύασις, ποιητὴς τῆς Ἁλικαρνασσοῦ τὸν -5ο αἰώνα), ἤ (ἀναφέροντας τὸν Ἡσίοδο ὡς πηγὴ) ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Φοίνικος καὶ τῆς Ἀλφεσίβοιας, καὶ τὸν τοποθετεῖ στὴ Φοινίκη- ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ παράδοση, καθιστὰ τὸν Φοίνικα γενάρχη τοῦ λαοῦ ποὺ ὀνομάζονται  Φοίνικες,  ἢ ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Κινύρα, βασιλέως τῆς Κύπρου (ἐπίσης ἀπὸ αἰμομικτική σχέση, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀβίδιο).

Εἶναι πιθανὸν οἱ Ἀθηναίες νὰ γνώριζαν μόνο τὸν Ἀδωνι ποὺ σχετιζόταν μὲ τὴν Ἀφροδίτη καὶ τὸν πρόωρο θάνατό του. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐπανατονίσουμε ὅτι στὴν Ἀθήνα , οἱ ἑορτασμοὶ τῶν Ἀδωνίων εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀπόδειξη τῆς λατρείας τοῦ Ἀδώνιδος. Δὲν ἔχει βρεθεῖ οὔτε ναὸς (οὔτε καν ἕνας κοινὸς μὲ τὴν Ἀφροδίτη), δὲν ἔχει βρεθεῖ λατρευτικὸ ἄγαλμα, οὔτε ὅνομα ἱερέα, οὔτε ἕνα ἀναθηματικὸ ἄγαλμα [11].
Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μυθικὸς Ἄδωνις ἦταν ἕνα δημοφιλὲς θέμα γιὰ τοὺς μέσους κωμωδοὺς ποιητὲς [12]  καὶ τοὺς ἀγγειογράφους [13] δὲν μᾶς λέει τίποτα συγκεκριμένο γιὰ τὴ λατρεία, καὶ τίποτα ἐπίσης γιὰ τὴ σημασία τῶν Ἀδωνίων σὲ σχέση μὲ τὶς συμμετέχουσες, τὶς γυναῖκες.
Στὴν λατρεία (καὶ τὸ μύθο) ὁ Ἄδωνις δὲν εἶχε καμία ξεχωριστὴ τπροσωπικότητα ἀπὸ τὴν Ἀφροδίτη. Ἡ Ἀφροδίτη ἦταν πάντα μαζί του μέσα στὴ λατρεία. Ὁ Ἄδωνις ἦταν ὁ νεαρὸς ἐραστή της, ὁ ὁποῖος πέθανε καὶ θρηνήθηκε. Στὴν Ἀθήνα ὁ Ἄδωνις καταλαμβάνει μία θέση ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τοῦ Δηλόπτη, τὸ σύντροφο τῆς θεᾶς Βένδιδος. Ἡ θρακικὴ θεὰ εἰσήχθη στὴν Ἀθήνα τὸ -430 [14]  .Ὁ Θρακικὸς ἥρωας Δηλόπτης, συνδέθηκε μὲ τὴν Βένδιδα στὴν Ἀθήνα (ὅπως ἦταν καὶ στὴ Θράκη) καὶ τιμοῦνταν ἀπὸ τοὺς Ὀργεῶνες οἱ ὁποίοι ἦταν ἀφιερωμένοι στὴν λατρεία της :

― καὶ οἱ ὀργεῶνες
φαίνωνται χάριτας ἀξίας ἀποδιδόν-
τες τοῖς ἀεὶ φιλοτιμουμένοις,
ἀγαθεῖ τύχει δεδόχθαι τοῖς ὀργε-
ῶσιν ἐπαινέσαι Στέφανον τῆς τε
πρὸς τὴν Βένδιν καὶ τὸν Δηλόπτην
καὶ τοὺς ἄλλους θεοὺς
IG 112 1324. ΑΤΤΙΚΗ

[11] Cook 78: «Δὲν ξέρουμε τίποτα γιὰ τὰ λατρευτικὰ τοῦ Ἀδώνιδος καὶ  πολὺ λιγότερο γιὰ ὀτιδήποτε σχετίζεται μὲ τὴ λατρεία ποὺ φέρει αὐτὸ τὸ ὄνομα». [12] Τουλάχιστον πέντε κωμικοὶ ποιητὲς  ἔγραψαν θεατρικὰ ἔργα μὲ τίτλο Ἄδωνις: Νικοφών, Πλάτων, Ἄραρος, Ἀντιφάνης καὶ Φιλίσκος. Ἀποσπάσματα ἀπὸ ἄλλες τρεῖς κωμωδίες περιλαμβάνουν ἀναφορὲς τὸν Ἄδωνι, – ἐκεῖνες τοῦ Εὐβούλου, Ἀμφία καὶ τοῦ Ἀναξίλα [13] Οἱ ἀγγειογραφίες γιὰ τὰ Ἀδώνια εἶναι προβληματικές. Ὁ F. Hauser, γράφοντας τὸ 1909, ἦταν ὁ πρωτοπόρος, ὁ πρῶτος ποὺ εἶχε κάνει ἕναν ολοκληρωμένο κατάλογο  μὲ ἀθηναϊκὰ ἀγγεῖα ἀπὸ τὸν πέμπτο καὶ τέταρτο αἰώνα ποὺ πίστευε ὅτι σχετίζονταν μὲ κάποιο τρόπο μὲ τὰ Ἀδώνια. Σαράντα χρόνια ἀργότερα περίπου, ὁ Henry Metzger ἀμφισβήτησε τὶς ἑρμηνεῖες τοῦ Hauser γιὰ τὰ ἀγγεῖα τοῦ πέμπτου αἰώνος. Ἀκολούθησε ὁ Wahib Atallah τὸ 1966, ὁ ὁποῖος ἐξέτασε τὶς ἐργασίες τῶν δύο ἐπιστημόνων, καὶ ἀπέρριψε τὶς ἀμφιβολίες τοῦ Metzger, ἀποδέχθηκε πλήρως τὰ συμπεράσματα τοῦ Hauser. Πιὸ πρόσφατα (1981), ἡ Brigitte servals Soyez ἐρεύνησε ὅλες τὶς πληροφορίες ξανὰ καὶ παρουσίασε τὸν δικὸ της κατάλογο. Ἐν τῷ μεταξύ, ἀρκετοὶ συγγραφεῖς, κυρίως οἱ Nicole Weill, Erika Simon καὶ GMA Richter ἔχουν προσθέσει  νέα εὐρήματα καὶ ἑρμηνεῖες ἀπὸ τὰ παλαιὰ στοιχεῖα. Πιὸ πρόσφατα,, τὸ (1984), ὁ Charles Edwards θὰ ἀπορρίψει ἀπὸ τὸν κατάλογο  τῶν Ἀδωνίων ὅλα τὰ ἀγγεῖα ἐκτὸς ἀπὸ δύο τοῦ τέταρτου αἰώνος. [14] Γιὰ τὴν θεὰ Βένδις στὴν Ἀθήνα βλέπε Simms 1988. 59-76 

Σὲ μιὰ παρόμοια μορφὴ λατρείας συνδέθηκε καὶ ὁ Ἄδωνις μὲ τὴν Ἀφροδίτη. Ὅπως ὁ Δηλόπτης ἔτσι καὶ ὁ Ἄδωνις δὲν εἶχε λατρευτικὴ ἀνεξαρτησία.

Δὲν ξέρουμε πότε τὰ Ἀδώνια ἑορτάστηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἀθήνα [15]  . Ἡ ἡμερομηνία ποὺ προτάθηκε ἦταν γύρω στὰ μέσα τοῦ -5ου αἰῶνος, τὸ στοιχεῖο αὐτὸ βασίζεται σὲ ἕνα θραῦσμα ἀγγείου ποὺ ἀπεικονίζει μία σκηνὴ μὲ γυναῖκες ποὺ λαμβάνουν μέρος στὰ Ἀδώνια [16] . Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἀμφισβητήθηκε [17]  , ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ ὡστόσο μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκριβῆς, ὅπου τὰ πρῶτα μὴ ἀμφισβητούμενα στοιχεῖα ἀποτελοῦνται ἀπὸ κάποιες ἀνέμελες παρατηρήσεις, σχετικὰ μὲ τὰ Ἀδώνια, μέσα στὰ ἔργα τοῦ Κρατίνου καὶ τοῦ Ἀριστοφάνους (χρονολογοῦνται τὸ  -420) [18] .
Ὡς ἐκ τούτου, σὲ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ, τὸ ἀθηναϊκὸ κοινὸ ἦταν ἀρκετὰ ἐξοικειωμένο μὲ τὴν ἑορτὴ ὥστε νὰ ἀναγνωρίζει τὶς ἀναφορές τῶν ποιητῶν. Εἶναι πιθανὸ ὅτι τὰ Ἀδώνια ἑορτάζονταν πολὺ πιὸ νωρίτερα στὴν Ἀθήνα. Σὲ ὅτι ἀφορᾶ τὴν προέλευση, δὲν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κύπρος, ἢ καὶ ἡ Λέσβος εἶναι οἱ πιὸ πιθανοὶ μεταγωγεῖς τῆς ἑορτῆς [19]. Γνωρίζουμε ἀπὸ ἕνα κομμάτι τῆς Σαπφοῦς ὅτι οἱ γυναῖκες θρηνοῦσαν τὸν θάνατο τοῦ Ἀδώνιδος στὴ Λέσβο, στὶς ἀρχὲς τοῦ ἕκτου αἰῶνος :

― ὦ τὸν Ἄδωνιν

καὶ τραγουδᾶ :

― Κατθνάσκει Κυθέρἠ, ἄβρος Ἄδωνις, τί κε θεῖμεν,
Καττύπτεσθε κόραι καὶ κατερείκεσθε χίτωνας 

[Ὁ χαριτωμένος Ἄδωνις πεθαίνει, Κυθερὴ (Ἀφροδίτη) τί θὰ κάνουμε; Χτυπᾶτε στὰ στήθια σας, κορίτσια καὶ σκίστε τοὺς χιτώνες σας.]

ΣΑΠΦΩ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 168, 141 [20]  Ἐδῶ βλέπουμε ἤδη τὰ βασικὰ συστατικά ἀπὸ τὰ Ἀθηναϊκὰ Ἀδώνια : Τὴν σχέση τοῦ Ἀδώνιδος μὲ τὴν Ἀφροδίτη, τὸν θάνατό του, καὶ τὸ πένθος ἀπὸ τὶς γυναῖκες.

 [15] Ὑπάρχει μιὰ  πολὺ ισχνὴ ἀπόδειξη γιὰ τὸν Ἄδωνι καὶ τὰ Ἀδώνια κάπου ἀλλοῦ στὴν ἑλληνικὴ ἐνδοχώρα. Ἡ Πραξίλλα τῆς Σικυώνης (-450) ἀναφέρει τὸν Ἄδωνι σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ποιήματα της (707 PMG).Ὁ Παυσανίας (150) ἀναφέρει ἕνα κτήριο στὸ Ἄργος ὅπου οἱ γυναῖκες θρηνοῦν γιὰ τὸν Ἄδωνι στὴν δικὴ του ἡμέρα [2.20.5] καὶ στὰ Ἀλεξανδρινὰ Ἀδώνια τραγουδοῦν ὅταν ἑορτάζονταν τὸν -3ο αἰώνα ὅπως περιγράφει ὁ Θεόκριτος (15), καὶ ἦταν Ἀργείας καταγωγῆς.  [16] Αὐτὸ τὸ θραῦσμα συζητήθηκε ἀπὸ τὸν Weill, ὁ ὁποῖος  τὸ ἀνάθεσε  στὸ κατάλογο  γιὰ τὰ Ἀδώνια λόγω τῆς παρουσίας μίας σκάλας  ποὺ παρέχει πρόσβαση στὴν ὀροφή, τὴν ἰδανικὴ τοποθεσία γιὰ τὴν διεξαγωγὴ τῆς ἑορτῆς. [17] Βλέπε Edwards, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει τὸν συμβολισμὸ τῆς παρουσίας τῆς σκάλας στὸ ἀγγεῖο καὶ πιστεύει ὅτι δὲν σχετίζεται μὲ τὰ Ἀδώνια. [18] “Κρατίνος fr 17 PCG:.” Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν δίνει μία χορωδία στὸν Σοφοκλῆ, ὅταν τὸ ζήτησε, ἀλλὰ (ἔδωσε μία) στὸ γιὸ τοῦ Κλεόμαχου (δηλαδὴ τὸν Γνήσιππο), τοὺς ὁποίους δὲν θὰ σκεφτόμουν ὄτι ἀξίζουν  γιὰ νὰ παράγουν γιὰ μένα, οὔτε ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ Ἀδώνια. Ἀριστοφάνης, Εἰρήνη (στ. 418-20):«. καὶ θὰ γιορτάσουμε τὰ μεγάλα Παναθήναια γιὰ σᾶς, καὶ ὅλα τὶς ἄλλες τελετὲς τῶν θεῶν, τὰ Μυστήρια, τὰ Διπολίεια καὶ τὰ Ἀδώνια, (ὅλα) γιὰ τὸν Ἑρμῆ. [19] Στὸν -5ο αἰῶνα οἱ ἑλληνικὲς ἐμπορικὲς ἐπαφὲς μὲ τὴν Κύπρο ἤδη εἶχαν μιὰ μεγάλη ἱστορία. Ἡ Ἀθήνα ωστόσο εἶχε στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν Λέσβο, συγκεκριμένα μετὰ τὴ Δήλια συμμαχία. Ἴσως ἦταν στὴ Λέσβο ποὺ ὁ Ἄδωνις ἑλληνοποιήθηκε καὶ προωθήθηκε πρὸς  τὴν ἑλληνικὴ ἐνδοχώρα. Οἱ πρῶτες παραστάσεις του σὲ ἀθηναϊκὰ ἀγγεῖα τὸν παρουσιάζουν ὡς ἕνα ἑλληνικὸ μυθολογικὸ πρόσωπο. Γιὰ μία συζήτηση πάνω στὴ  καταγωγὴ τοῦ Ἄδωνι βλέπε Reed 317-21 καὶ Burkert (1979) 105-111.  [20] Αὺτὸ πιθανὼς ἦταν μέρος ἀπὸ κἀποιο θρῆνο καὶ ἐρμηνευόταν ἀντιφωνικὰ  σὰν διάλογος μεταξὺ τῆς Ἀφροδίτης καὶ τῶν Νυμφῶν (Ἀλεξίου 55).

Τὰ Ἀδώνια δὲν ἔγιναν ποτὲ ἀποδεκτὰ ὡς ἐπίσημη ἑορτὴ στὴ πόλη-κράτος τῶν Ἀθηνῶν. Ποτὲ δὲν χρηματοδοτήθηκαν ἢ ἐπιμελήθηκαν ἀπὸ τὸ κράτος  [21]. Ἦταν, στὴν πραγματικότητα, μία ἀνωμαλία, διότι μέχρι τὸ τέλος τοῦ πέμπτου αἰώνα οἱ ξένες θρησκευτικὲς εἰσαγωγὲς μειώθηκαν σὲ μία ἀπὸ τὶς δύο κατηγορίες [22]  .
Ἦταν, εἴτε ἐπίσημες λατρεῖες, παράδειγμα ἡ λατρεία τῆς Βένδειας, ἢ ἦταν ἰδιωτικὲς ξένες λατρεῖες τὰ μέλη τῆς ὁποίας / τῶν συμμετεχόντων δηλαδὴ, ἦταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὴ-πολίτες π.χ. ἡ αἰγυπτιακὴ θεὰ Ἴσιδα [23] .
Τὰ Ἀδώνια δὲν ἦταν οὔτε μία ἐπίσημη ἑορτὴ τῆς πολιτείας
οὔτε μία ἑορτὴ κάποιας ξένης ἰδιωτικῆς λατρείας [24] .

Ἑορτάζονταν ἀπὸ ἀνάμεικτες ὁμάδες τῶν γυναικῶν (πολίτες καὶ μὴ πολίτες, τίς φίλες, τὶς συγγενεῖς, τὶς γειτόνισες), οἱ ὁποίες συγκεντρώνονταν σὲ ἰδιωτικὲς κατοικίες, ξεχωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, ἀλλὰ ὄχι ἀπαρατήρητες ἢ ἀνήκουστες ἀπὸ αὐτούς.
Σὲ σύγκριση μὲ τὶς ἄλλες ἑορτὲς τῶν γυναικῶν, τὰ Ἀδώνια, ἦταν μία ἀνωμαλία. Τὰ Θεσμοφόρια, γιὰ παράδειγμα, ἦταν μία κρατικὴ, ἐπιχορηγούμενη , ἐπιμελημένη ἑορτὴ καὶ πραγματοποιοῦνταν σὲ εἰδικὰ διαμορφωμένο χῶρο. Ὁ ρόλος τῆς γυναίκας σὲ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ ἑξαρτιόταν ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ τὸ κύρος τοῦ ἀνδρὸς της [25].

 [21] Ἕνα σχόλιο στὴ Λυσιστράτη 389 μᾶς μαρτυρεῖ ὅτι τὰ Ἀδώνια : ― οὐ δημοτελεῖς οὐδὲ τεταγμένους. [22] Γιὰ συζήτηση περὶ τῶν θρησκευτικῶν εἰσαγωγῶν στὴν Ἀθήνα κατὰ τὴν Κλασικὴ περίοδο δεῖτε Parker (1996) 152-98 Garland (1992) Καὶ Simms (1985) 274- 86.[23] Οἱ Αἰγύπτιοι ἔμποροι καθιέρωσαν τὴν λατρεία τῆς Ἴσιδος στὸ Πειραιᾶ τὸ -330 IG II2 337: ―  θεοί. ἐπὶ Νικοκράτους ἄρχοντος ἐπὶ τῆς Αἰγεῖδος πρώτης πρυτανείας· τῶν προέδρων ἐπεψήφιζεν Θεόφιλος Φηγούσιος· ἔδοξεν τῆι βουλεῖ· Ἀντίδοτος Ἀπολλοδώρου Συπαλήττιος εἶπεν· περὶ ὧν λέγουσιν οἱ Κιτιεῖς περὶ τῆς ἱδρύσειως τῆι Ἀφροδίτηι τοῦ ἱεροῦ, ἐψηφίσθαι τεῖ βουλεῖ τοὺς προέδρους οἳ ἂν λάχωσι προεδρεύειν εἰς τὴν πρώτην ἐκκλησίαν προσαγαγεῖν αὐτοὺς καὶ χρηματίσαι, γνώμην δὲ ξυνβάλλεσθαι τῆς βουλῆς εἰς τὸν δῆμον ὅτι δοκεῖ τῆι βουλεῖ ἀκούσαντα τὸν δῆμον τῶν Κιτιείων περὶ τῆς ἱδρύσειως τοῦ ἱεροῦ καὶ ἄλλου Ἀθηναίων τοῦ βουλομένου βουλεύσασθαι ὅτι ἂν αὐτῶι δοκεῖ ἄριστον εἶναι. ἐπὶ Νικοκράτους ἄρχοντος ἐπὶ τῆς Πανδιονίδος δευτέρας πρυτανείας· τῶν προέδρων ἐπεψήφιζεν Φανόστρατος Φιλαίδης· ἔδοξεν τῶι δήμωι· Λυκοῦργος Λυκόφρονος Βουτάδης εἰπεν· περὶ ὧν οἱ ἔνποροι οἱ Κιτιεῖς ἔδοξαν ἔννομα ἱκετεύειν αἰτοῦντες τὸν δῆμον χωρίου ἐνκτησιν ἐν ὧι ἱδρύσονται ἱερὸν Ἀφροδίτης, δεδόχθαι τῶι δήμωι δοῦναι τοῖς ἐμπόροις τῶν Κιτιέων ἔνκτησιν χωρίου ἐν ὧι ἱδρύσονται τὸ ἱερὸν τῆς Ἀφροδίτης καθάπερ καὶ οἱ Αἰγύπτιοι τὸ τῆς Ἴσιδος ἱερὸν ἵδρυνται. (IG II2 337) Βλέπε Simms 1989 216-21. Τέτοιες ξένες λατρείες δὲν χρηματοδοτοῦνταν ἀπὸ τὴν πολιτεία. Οἱ ξένοι παρόλα αὐτὰ χρειάζονταν  εἰδικὴ ἄδεια ἀπὸ τὴν πολιτεία τῶν Ἀθηναίων γιὰ νὰ ἀγοράσουν γῆ γιὰ τὸ ἱερό τους.(ἢ χορήγηση ἔγκτησις). [24] Στὰ τέλη τοῦ τέταρτου αἰώνα (-) δύο ὀργανώσεις τῶν μετοίκων καὶ ξένων ἀφιερώθηκαν στὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης καὶ τὴν ἐγκατέστησαν στὸ Πειραιά IG II2 1261 (μὲ ἡμερομηνία -302 -300, ἡ ἐθνικότητα δὲν προσδιορίζεται) καὶ IG II2 1290 (μὲ ἡμερομηνία στὰ μέσα τοῦ -3ου αἰώνα, τῶν Σαλαμινίων τῆς Κύπρου). Καὶ στὰ δύο αὐτὰ διατάγματα ὁ ἐπιμελητὴς ἐπαινεῖται γιὰ τὴν ἐκτέλεση του στὰ Ἀδώνια. Στὸ πρῶτο, τὸ εἰδικὸ καθῆκον του ἦταν νὰ στέλνει στὴν μπροστινὴ σειρὰ τὴν πομπὴ τῶν Ἀδωνίων σύμφωνα μὲ τὴν προγονικὴ συνήθεια. Ἐδῶ τὰ Ἀδώνια  εἶναι μία δραστηριότητά των μὴ-πολιτῶν (ἄνδρες καὶ γυναῖκες) μέσα σὲ μία ἰδιωτικὴ λατρεία ποὺ πραγματοποιεῖται σύμφωνα μὲ τὸ μητρικὸ ἔθιμο . [25] Ἰσαῖος 3.80.― καὶ ἔν τε τῷ δήμῳ κεκτημένος τὸν τριτάλαντον οἶκον, εἰ ἦν γεγαμηκώς, ἠναγκάζετο ἂν ὑπὲρ τῆς γαμετῆς γυναικὸς καὶ θεσμοφόρια ἑστιᾶν τὰς γυναῖκας, καὶ τἆλλα ὅσα προσῆκε λῃτουργεῖν ἐν τῷ δήμῳ ὑπὲρ τῆς γυναικὸς ἀπό γε οὐσίας τηλικαύτης. οὐ τοίνυν φανεῖται οὐδὲν τούτων γεγενημένον οὐδεπώποτε. οἱ μὲν οὖν φράτορες μεμαρτυρήκασιν ὑμῖν: λαβὲ δὲ καὶ τὴν τῶν δημοτῶν τῶν ἐκείνου μαρτυρίαν. 

Ἐπιπλέον, ἐθεωρεῖτο καὶ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες (οἱ ὁποίοι τὰ χρηματοδοτοῦσαν), καὶ ἀπὸ τὶς γυναῖκες (ποὺ συμμετεῖχαν σὲ αὐτὸ), ὅτι ἡ ἑορτὴ ὠφελοῦσε τὴν κοινότητα (τὰ Θεσμοφόρια).
Δὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα συνέβαιναν ἤ ἦταν πραγματικότητα γιὰ τὰ Ἀδώνια.

Ἐὰν τὰ Ἀδώνια δὲν θεωροῦνταν ὅτι ἦταν ἐπαρκοῦς ὄφελους γιὰ τὸ κράτος ὥστε νὰ ἐγγυᾶται τὴν ἐπίσημη κύρωση τους, τότε γιατί ἦταν ἀνεκτὸ ἀπὸ τοὺς ἄρρενες πολίτες;

Γιατί οἱ Ἀθηναῖες γυναῖκες, τῶν ὁποίων οἱ ζωὲς εἶχαν αὐστηροὺς περιορισμοὺς ἀπὸ μία ἀνδρικὴ κοινωνία, ἐπιτρέπονταν νὰ ἑορτάζουν ἕτσι χωρὶς ἐπίβλεψη;  

Αὐτὴ ἡ ἑορτὴ ἦταν θορυβώδης καὶ διασπαστικὴ, τὸ ὁποῖο γίνεται ἀρκετὰ σαφὲς ἀπὸ τὴ Λυσιστράτη τοῦ Ἀριστοφάνους. Τὸ ἔργο παρουσιάστηκε τὸ -411, ἀλλὰ ὁ Πρόβουλος παραπέμπει σὲ προγενέστερο χρόνο, -415, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση γιὰ τὴν Σικελικὴ ἐκστρατεία.

Ἐνῶ οἱ ἄνδρες τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου συζητοῦσαν τὴν πρόταση τοῦ Δημόστρατου γιὰ νὰ στείλουν ἕνα στόλο στὴ Σικελία, οἱ γυναῖκες (συμπεριλαμβανομένου καὶ τὴ σύζυγο τοῦ Δημόστρατου) θρηνοῦσαν γιὰ τὸν Ἄδωνι στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν τους.
Πενθοῦσαν μὲ θρῆνο, χορὸ καὶ ποτὸ (στίχοι 387-96) [26].
Ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τοῦ Ἀριστοφάνους γίνεται σαφὲς ὅτι τὰ Ἀδώνια ἦταν ἕνα θορυβώδες δρώμενο καὶ ἑορτάζονταν ἀνοιχτὰ, δηλαδὴ οἱ γυναῖκες δὲν προσπαθοῦν νὰ κρατήσουν μυστικὲς τὶς τελετουργίες τους (μία ἄλλη ἀντίθεση μὲ τὰ Θεσμοφόρια) καὶ δὲν φαίνεται νὰ νοιάζονταν ἂν οἱ δραστηριότητές τους διαταράσσουν τὶς συζητήσεις τῶν ἀνδρῶν γιὰ τὰ θέματα τῆς πολιτείας. Στὴν πραγματικότητα, μπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν φορές, ποὺ νὰ θέλαν νὰ διακόψουν αὐτὲς τὶς συζητήσεις. (περισσότερα γιὰ αὐτὸ τὸ στοιχεῖο παρακάτω). Περίπου 100 χρόνια ἀργότερα, (-308) ὁ Μένανδρος παρουσίασε τὴ «Σαμία» του. Ἄλλη μία φορὰ θὰ πάρουμε μία γεύση ἀπὸ τὰ Ἀδώνια, αὐτὴ τὴ φορὰ μέσα ἀπὸ τὰ μάτια ἑνὸς νεαροῦ ἄνδρα ἀθηναίου, τοῦ Μοσχίωνος, (στίχοι 38-46) [27] . Ὅπως καὶ στὸν Ἀριστοφάνη, ἔτσι καὶ στὸν Μένανδρο οἱ συμμετέχοντες στὴ ἑορτὴ ἦταν γυναῖκες (πολίτες καὶ μὴ-πολίτες) [28] καί, ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τοῦ Μοσχίωνος, ἡ ἄτυπη, θορυβώδης φύση τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀρκετὰ ἐμφανής. Διαρκοῦσε τουλάχιστον μία ἡμέρα καὶ μία νύχτα καὶ λάμβανε χώρα στὶς ἰδιωτικὲς κατοικίες, ὅπου οἱ συμμετέχουσες χόρευαν καὶ ἑόρταζαν σὲ ἕνα θορυβῶδες καὶ ἀνοργάνωτο πρότυπο ἑορτῆς. Προφανῶς οἱ γυναῖκες ἦταν διασκορπισμένες τόσο ἐντὸς ὅσο καὶ πάνω στὶς στέγες τῶν γειτονικῶν σπιτιῶν. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν σπιτιῶν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὶς στέγες νὰ ἐφάπτονται μεταξὺ τους ἦταν  κάτι τὸ κοινὸ, καὶ ἦταν δυνατὸ οἱ γυναῖκες νὰ πηδᾶνε ἀπὸ στέγη σὲ στέγη κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἑορτασμοῦ [29] . Σημειῶστε ὅτι στὸν ἑορτασμὸ, οἱ γυναῖκες τοῦ Μεάνδρου δὲ φαίνεται νὰ ἀνησυχοῦν περισσότερο ἀπὸ τὶς γυναῖκες τοῦ Ἀριστοφάνους γιὰ τὶς διαταραχὲς ποὺ προκαλοῦν.Ὁ Μένανδρος ἀναφέρει ἕνα ἐπιπλέον ἑορταστικὸ ἀσυνήθιστο συστατικό, κάποιους κήπους τοὺς ὁποίους οἱ γυναῖκες ποὺ ἑόρταζαν τοὺς μετέφεραν μέχρι τὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ. Ἀπὸ ἄλλες πηγὲς μαθαίνουμε ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ «κήποι τοῦ Ἀδώνιδος» καὶ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ταχυ-βλάσταρα φυτά, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνταν (σέ γλάστρες ἢ καὶ ὄστρακα) εἰδικὰ γιὰ τὴν ἑορτή. Κύρια σύγχρονη πηγή μας γιὰ αὐτοὺς τοὺς κήπους εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα στὸ Φαῖδρο τοῦ Πλάτωνος (276B), ὅπου αὐτὲς οἱ ἐφήμερες φυτεύσεις τῆς ἑορτῆς ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς σοβαρὲς φυτεύσεις τῶν ἀγροτῶν [30] .

[26] Χορὸς Γυναικῶν: οὐκοῦν ἐπειδὴ πῦρ ἔχεις, σὺ χλιανεῖς σεαυτόν. Πρόβουλος: ἆρ᾽ ἐξέλαμψε τῶν γυναικῶν ἡ τρυφὴ χὠ τυμπανισμὸς χοἰ πυκνοὶ Σαβάζιοι, ὅ τ᾽ Ἀδωνιασμὸς οὗτος οὑπὶ τῶν τεγῶν, οὗ ᾽γώ ποτ᾽ ὢν ἤκουον ἐν τἠκκλησίᾳ; ἔλεγε δ᾽ ὁ μὴ ὥρασι μὲν Δημόστρατος πλεῖν ἐς Σικελίαν, ἡ γυνὴ δ᾽ ὀρχουμένη “αἰαῖ Ἄδωνιν” φησίν, ὁ δὲ Δημόστρατος ἔλεγεν ὁπλίτας καταλέγειν Ζακυνθίων· ἡ δ᾽ ὑποπεπωκυῖ᾽ ἡ γυνὴ ᾽πὶ τοῦ τέγους  “κόπτεσθ᾽ Ἄδωνιν” φησίν· ὁ δ᾽ ἐβιάζετο ὁ θεοῖσιν ἐχθρὸς καὶ μιαρὸς Χολοζύγης. τοιαῦτ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν ἐστιν ἀκόλαστ᾽ ᾄσματα. [27] Ὁ Μοσχίων διηγῆται πῶς ἀποπλάνησε  τὴ κόρη τοῦ γείτωνος του κατὰ τὴν διάρκεια τῶν Ἀδωνίων : ― ἐξ ἀγροῦ δὴ καταδραμὼν ὡς ἔτυχέ γ᾿ εἰς ᾿Αδώνι᾿ αὐτὰς κατέλαβον συνηγμένας ἐνθάδε πρὸς ἡμᾶς μετά τινων ἄλλων γυναικῶν. τῆς δ᾿ ἑορτῆς παιδιὰν πολλὴν ἐχούσης, οἷον εἰκός, συμπαρὼν ἐγινόμην, οἶμαι, θεατής· ἀγρυπνίαν ὁ θόρυβος αὐτῶν ἐνεπόει γάρ μοι τινά· ἐπὶ τὸ τέγος κήπους γὰρ ἀνέφερόν τινας, ὠρχοῦντ᾿, ἐπαννύχιζον ἐσκεδασμέναι[28] Ὁ Μοσχίων ἦταν περιστασιακὸς στὴν ἑορτὴ καὶ ὄχι συμμετέχων. Γνωρίζουμε τὴν ταυτότητα δύο συμμετεχόντων, τὴ μητέρα τοῦ ἀποπλανημένου κοριτσιοῦ (ἀθηναία πολίτης ἄνευ ἀντιρήσεως) καὶ τὴν ἑρωμένη τοῦ πατέρα τοῦ Μοσχίωνος (ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σάμο). [29] Γιὰ τὴν συνεχόμενη ἀρχιτεκτονικὴ τῶν σπιτιῶν στὴν Ἀθήνα  δεῖτε Jameson σελίδες 171-195 [30] Ὁ Σωκράτης ρωτᾶ τὸν Φαίδρο ἐὰν φαίνεται πιθανὸν σ’αὐτὸν, ὅτι ἕνας  λογικὸς ἀγρότης, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε τοὺς σπόρους του νὰ εἶναι παραγωγικοί, ἐὰν θὰ τὰ φυτέψετε σὲ αὐτοὺς τοὺς ἐφήμερους κήπους τοῦ Ἀδώνιδος: ― ΣΩ. Παντάπασι μὲν οὖν. τόδε δή μοι εἰπέ• ὁ νοῦν ἔχων γεωργός, ὧν σπερμάτων κήδοιτο καὶ ἔγκαρπα βούλοιτο γενέσθαι, πότερα σπουδῇ ἂν θέρους εἰς Ἀδώνιδος κήπους ἀρῶν χαίροι θεωρῶν καλοὺς ἐν ἡμέραισιν ὀκτὼ γιγνομένους, ἢ ταῦτα μὲν δὴ παιδιᾶς τε καὶ ἑορτῆς χάριν δρῴη ἄν, ὅτε καὶ ποιοῖ• ἐφ’ οἷς δὲ ἐσπούδακεν, τῇ γεωργικῇ χρώμενος ἂν τέχνῃ, σπείρας εἰς τὸ προσῆκον, ἀγαπῴη ἂν ἐν ὀγδόῳ μηνὶ ὅσα ἔσπειρεν τέλος λαβόντα; 

Ἕνα σχόλιο σὲ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα μᾶς λέει ὅτι οἱ κῆποι τοῦ Ἄδωνιδος ἦταν παροιμιώδεις γιὰ τὰ πράγματα ποὺ ἦταν ἐκτὸς ἐποχῆς, μικρῆς διάρκειας, καὶ ποὺ δὲν ἑδραιωνόταν ποτὲ. (ἀώρων καὶ ὀλιγοχρονίων καὶ μὴ ἐρριζωμένων) [31].

Αὐτοὶ οἱ κῆποι τοῦ Ἀδώνιδος ἔχουν προκαλέσει πολλὲς συζητήσεις μεταξύ τῶν σύγχρονων σχολιαστῶν. Μὲ μόνο λίγες ἐξαιρέσεις, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερες ἑρμηνείες τους, ἔχουν προσδώσει σὲ αὐτοὺς τοὺς κήπους μία συμβολικὴ σημασία, μία ἀποκρυπτογράφηση ἡ ὁποία εἶναι ζωτικῆς σημασίας γιὰ τὴν κατανόηση  αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Γιὰ τὸν Φρέϊζερ προορίζονταν ὡς μιὰ «ἀξιαγάπητη» μαγεία ὥστε νὰ προωθηθεῖ ἡ ἀνάπτυξη τῆς βλάστησης.

― Ἤλπιζαν ὅτι ἡ σοβαρὴ καλλιέργεια στὰ χωράφια θὰ μιμοῦνταν τὴν ταχεία ἀνάπτυξη αὐτῶν τῶν μικρῶν κήπων  [32] .

Γιὰ τὸν Detienne οἱ κῆποι τοῦ Ἀδώνιδος ἦταν «μία κατάφωρη διαστρέβλωση τῶν σιτηρῶν τῆς Δήμητρος», ὅπου τὰ πρῶτα (κήποι Ἀδώνιδος) τὰ φύτευαν οἰ ἐπιπόλαιες γυναῖκες, καὶ τὰ δεύτερα (καλλιέργειες) τὰ φύτευαν οἱ ἄνδρες μὲ σοβαρὲς πρόθεσεις.
Οἱ κῆποι αὐτοὶ ἦταν σὰν τὸν Ἄδωνι, μικρῆς διάρκειας ζωῆς καὶ στείροι [33] . Γιὰ τὸν Winkler οἱ κῆποι μὲ τὰ «ταχέως αὐξανόμενα καὶ ταχέως μαραζόμενα λάχανα» συμβόλιζαν τὸν περιθωριακὸ ρόλο ποὺ διαδραματίζουν οἱ ἄνδρες στὴν ἀναγέννηση (τόσο τῶν φυτῶν ὅσο καὶ τῶν ἀνθρώπων) [34] . Ἄλλες  πιὸ εὐφάνταστες θεωρίες ἔχουν προταθεῖ ἐπίσης [35] .

 [31] Οἱ κήποι τοῦ Ἀδώνιδος ἦταν ἐκτὸς ἐποχῆς  ἐπειδὴ ἡ φύτευση γινόταν στὶς ἀρχὲς τοῦ καλοκαιριοῦ, ἐποχὴ ἀκατάλληλη γιὰ φύτευση καὶ κατάλληλη γιὰ συγκομιδή. Ἡ ἡμερομηνία γιὰ τὰ Ἀδώνια ἕχει συζητηθεῖ ἀρκετὰ ἀπὸ τοὺς σύγχρονους σχολαστικοὺς καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοποθετοῦν τὴν ἑορτὴ στὰ μέσα ἤ πρὸς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ. Οἱ ἀποδείξεις ὡστόσο μᾶς δεικνύουν ἀρχὲς Ιουνίου, αὐτὴ ἡ ἡμερομηνία  εἶναι ἡ πιὸ πιθανὴ ἀπὸ ὅλες. Σύμφωνα μὲ τὸν Σουΐδα αὐτοὶ οἱ κήποι ἦταν παροιμιώδεις γιὰ πράγματα ποὺ ἦταν ἐπιφανειακὰ καὶ ἀνυπόστατα. [32] Frazer σελίδα 237,τοῦ ὁποίου ἡ ἐρμηνεία ἀποδώθηκε καὶ απὸ ἄλλους, L.Deudner γιὰ παράδειγμα σελ.221-222: «Ἡ ταχεία βλάστησις αὐτῶν τῶν φυτῶν ἐξασφαλίζει ὅτι στὴν ἐπομενη Ἀνοιξη ἡ θρεπτικὴ βλάστηση τῶν ἀγρῶν θὰ βλαστήσει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὴν μήτρα τῆς Γαίας. Σύμφωνα μὲ τὸν Ζηνόβιο 1.49, μέσα σὲ αὐτοὺς τοὺς κήπους ρίχνονταν μεταλλικὰ ἐλατήρια , μιὰ κίνηση ὅπου ὁ Φρέϊζερ πίστευε ὅτι λειτουργοῦσε ὡς μιὰ γοητεία   ποὺ θὰ ἐξασφάλιζε τὸν ἐπαρκῆ ἐφοδιασμὸ τῆς βροχῆς. [33]  Σύμφωνα μὲ τὸν Detienne (117), οἱ κῆποι εἶναι μία γεωργικὴ ἀντιστροφή, ποὺ συμβολίζει τὴν «διαφθορὰ τοῦ γόνιμου σπόρου ποὺ εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ γάμου καὶ τῆς συζυγικῆς ζωῆς». Ἀκριβῶς ὅπως οἱ κῆποι Ἀδώνιδος  καὶ τὰ χωράφια τῆς γεωργίας Δήμητρος (ἀγροὶ ποὺ φυτεύτηκαν ἀπὸ τοὺς ἄνδρες μὲ σοβαρὴ πρόθεση) ποὺ βρίσκονται σὲ διαμετρικὴ ἀντίθεση, ἔτσι καὶ ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἀδώνιδος καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Δήμητρος (συγκεκριμένα, τὰ Θεσμοφόρια) βρίσκονται σὲ ἀντίθετους πόλους – τὸ δεύτερο, ἡ ἑορταστικὴ συγκέντρωση τῶν νόμιμων συζύγων πολιτῶν ἐκτελώντας  κρατικές ἐπικοδομητικὲς τελετὲς (δηλαδὴ ἐξασφάλιση γονιμότητας τῶν φυτῶν, τῶν ζώων καὶ ἀνθρώπων), καὶ τὸ πρῶτο ἕνα γλέντι ἑταίρων καὶ τῶν ἀγαπημένων  τους στὴν ἰδιωτικότητα τῶν σπιτιῶν τους μαζὶ μὲ τὸ κρασί, σαγηνευτικὰ ἀρώματα καὶ θυμιάματα. Ὁ Detienne ἀντλεῖ τὴν ἀντίληψή του στὸ ὅτι οἱ συμμετέχουσες στὰ Ἀδώνια περιορίζονταν σὲ πόρνες καὶ πόρνες ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ τέταρτου αἰώνα , ἐποχὴ τοῦ κωμικοῦ ποιητῆ Δίφιλου, ὁ ὁποῖος ἐντοπίζει μία τέτοια γιορτὴ σὲ ἕναν οἶκο ἀνοχῆς (ἀπόσπασμα . 49) καὶ τοῦ Ἀλκίφρωνος (4.14.8), ὁ ὁποῖος περιγράφει ἑταῖρες τοῦ τέταρτου αἰώνος γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῶν Ἀδωνίων. Γιὰ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Ἀλκίφρωνος, δεῖτε παρακάτω. Ἔτσι, τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι οἱ ἐταῖρες καὶ οἱ πόρνες ποὺ συμμετεῖχαν ἑόρταζαν τὰ Ἀδώνια . Εἶναι ὅμως ἐξίσου βέβαιο ὅτι καὶ οἱ γυναῖκες πολίτες ἐπίσης τὰ ἑόρταζαν . [34] Ἐὰν οἱ κῆποι τοῦ Ἀδώνιδος ἔχουν νὰ κάνουν κάτι μὲ τὴ γεωργία καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀναγέννηση, θεωρητικοποιεῖ ὁ Winkler, σίγουρα τότε συμβολίζουν τὸν περιφερειακὸ ρόλο τῶν ἀνδρῶν.  «Αὐτὸ ποὺ συμβολίζουν οἱ κῆποι (τοῦ Ἀδώνιδος) μὲ τὴν γρήγορη αὐξηση καὶ τὸν γρήγορο μαρασμὸ τῶν βλαστῶν τους εἶναι ὁ ὁριακὸς ἢ δευτερεύοντας ρόλος ποὺ διαδραματίζουν οἱ ἄνδρες στὴ γεωργία (τὴ γῆ) καὶ τῆς ἀνθρώπινης γονιμότητος (ἔναντι  συζύγων καὶ μητέρων) Winkler (205) ὑποδηλώνει, ὅτι ἡ αὐξηση καὶ ὁ μαρασμὸς τῶν βλαστῶν εἶναι ἕνα εἶδος ἀστείου σχετικὰ μὲ τὴ σεξουαλικότητα τῶν ἀνδρῶν – ἕνα πράγμα ποὺ ἐξαφανίζεται τόσο ξαφνικά : «ὦ τὸν Ἄδωνιν !». «Καημένο μου μικρὸ πράγμα, δὲν εἶχες καμία δύναμη τελικά.» [35] Γιὰ παράδειγμα, ὁ Gerhard Baudy βλέπει στοὺς κήπους ὡς τελετουργικοὺς δοκιμαστικοὺς σπόρους-μία δοκιμὴ ἀπὸ τὸν καυτὸ ἥλιο γιὰ νὰ προβλέφθεῖ ἡ ἀπόδοσή τους γιὰ τὴ φύτευση τοῦ ἑπόμενου ἔτους. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ δοκιμὴ τῶν σπόρων ἦταν ἐπίσης συμβολική τῆς ἀνθρώπινης δοκιμασίας -συγκεκριμένα,  μιᾶς εὐρείας ποικιλίας τελετουργικῶν μύησης ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῶν ἐφήβων στὸ σῶμα τῶν πολίτῶν.

Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνδιαφέρουσες θεωρίες ξεχωρίζουν, ἀλλὰ ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ὁ ἀρχικὸς σκοπός στοὺς κήπους τοῦ Ἀδώνιδος εἶναι ἀνεπανόρθωτα ξεχασμένος καὶ ὁποιαδήποτε προσπάθεια νὰ ξετρυπώσουμε μία συμβολικὴ σημασία εἶναι χαμένη προσπάθεια [36]. Οἱ περισσότεροι σχολιαστές, γιὰ παράδειγμα, ἔχουν ὑποθέσει ὅτι αὐτοὶ οἱ κῆποι μεταφέρονταν στέγη, προκειμένου νὰ τοὺς ἐκθέσουν στὸν καυτὸ ἥλιο, ἔτσι θὰ μαραίνονταν καὶ θὰ πέθαιναν, συμβολίζοντας τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ Ἀδώνιδος, ἕκοβαν τὴ νιότη του.
Οἱ ἑρμηνεῖες τους γιὰ τὸ συμβολικὸ χαρακτῆρα τῶν κήπων ἐξαρτῶνται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση [37].
Ὅμως, δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόδειξη γιὰ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμό. Καμμία ἀρχαία πηγὴ δὲν μᾶς λέει ὅτι οἱ γυναῖκες ποὺ ἑόρταζαν ἐκθέταν σκόπιμα τὰ φυτὰ στὸν ἥλιο μὲ τὴν πρόθεση νὰ τὰ καταστρέψουν [38] . Πιστεύω, ὡστόσο, ὅτι οἱ κῆποι εἶχαν μία συγκεκριμένη λειτουργία στὰ Ἀδώνια, ἔτσι ὅπως ἑορτάζονταν στὴν κλασικὴ Ἀθήνα καὶ ἔτσι ὅπως συνδέθηκαν μὲ τὸ θάνατο.
Προτείνω ὅτι ἦταν φορητὰ ,βολικά, ταφικὰ «φέρετρα» μὲ τὴ βάση τους γιὰ τὰ μικρὰ ὁμοιώματα τοῦ Ἀδώνιδος – καὶ ἐκαλλιεργοῦντο εἰδικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό [39].
Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ κύρια πηγή μας γιὰ αὐτὰ τὰ ὁμοιώματα τοῦ Ἀδώνιδος εἶναι ὁ Πλούταρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν κλασικὴ περίοδο, δὲν βλέπω κανένα λόγο νὰ ἀμφισβιτήσω τὴν μαρτυρία του, ἡ ὁποία ἀντανακλᾶται καὶ στὴν περιγραφὴ τοῦ Θεόκριτου, ὅπου τὰ Ἀδώνια διεξάγονταν περίτεχνα, μὲ τὴν κρατικὴ ὑποστήριξη, τὸν τρίτο αἰώνα στὴν Ἀλεξάνδρεια (Εἰδύλ. 15) [40] , ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀλκίφρωνος [41] καὶ στὸν Ἠσύχιο (Ἀδώνιδος κήποι). Σύμφωνα μὲ τὸν Πλούταρχο, οἱ γυναῖκες τῆς Ἀθήνας ἑόρταζαν τὰ Ἀδώνια τὴν παραμονὴ τῆς ἀναχώρησης τῆς Σικελικῆς ἐκστρατείας τὸ -415 : ― οὐκ ὀλίγους δὲ καὶ τὰ τῶν ἡμερῶν ἐν αἷς τὸν στόλον ἐξέπεμπον ὑπέθραττεν. Ἀδώνια γὰρ εἶχον αἱ γυναῖκες τότε, καὶ προὔκειτο πολλαχόθι τῆς πόλεως εἴδωλα, καὶ ταφαὶ περὶ αὐτὰ καὶ κοπετοὶ γυναικῶν ἦσαν, ὥστε τοὺς ἐν λόγῳ ποιουμένους τινὶ τὰ τοιαῦτα δυσχεραίνειν καὶ δεδιέναι περὶ τῆς παρασκευῆς ἐκείνης καὶ δυνάμεως, μὴ λαμπρότητα καὶ ἀκμὴν ἐπιφανεστάτην σχοῦσα ταχέως μαρανθῇ. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΝΙΚΙΑΣ 13,7 [42]

 [36] Μᾶς λείπουν ἀρκετὰ ἀξιόπιστα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ χρήση αὐτῶν τῶν μικρῶν κήπων στὰ Ἀδώνια τῆς  Ἐγγὺς Ἀνατολῆς, ἂν καὶ μερικοὶ σχολιαστὲς ἔχουν προτείνει ὅτι τὰ «εὐάρεστα φυτὰ» ποὺ ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Ἠσαΐα (17.10) μπορεῖ πράγματι νὰ εἶναι οἱ κήποι τοῦ Ἀδώνιδος. Δεῖτε Harken (1979) 107 καὶ 195 . 27. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἂν τέτοια στοιχεῖα ἦρθαν στὸ φῶς, θὰ ἀποκαλύψουν πολὺ  λίγα σχετικὰ μὲ τὴν ἀθηναϊκὴ ἑορτὴ καὶ θεώρηση. Τὰ Ἀδώνια, μὲ τὶς διάφορες ἐρμηνείες καὶ τὶς πτυχὲς τους, διαχύθηκαν σὲ μία εὐρεία γεωγραφικὴ περιοχή ἡ ὁποία περιελάμβανε μία ποικιλία πολιτισμῶν. Ὅσοι ἦταν στὴ λήψη αὺτῶν τῶν πτυχῶν πρὸς τὸ τέλος αὐτῆς τῆς διάχυσης ἀναγκαστικὰ, δὲν μπόρεσαν νὰ υιοθετήσουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνες τὶς πτυχὲς ποὺ ἤθελαν, δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν ἀπήχηση μὲ τὶς δικές τους ἐμπειρίες καὶ ἦταν προσαρμόσιμες στὶς δικές τους συνθῆκες. Ἕνα παράδειγμα μίας πτυχῆς ἡ ὁποία δὲν τελέστηκε ποτὲ  στὴν ἀθηναϊκὴ τελετουργία ἦταν ἡ πομπὴ , ἡ ὁποία ἦταν τόσο σημαντικὴ στὴν ἰδιωτικὴ λατρεία τῶν Κυπρίων ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχὴ τοῦ Πειραιᾶ, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἐμφανὴς στὴν ἑορτὴ τῶν Ἀθηνῶν.Οἱ Ἀθηναῖες γλεντοῦσαν στὶς ταράτσες, ἀλλὰ ποτὲ δὲ ἔκαναν πομπὴ στοὺς δρόμους, ὅπως προφανῶς ἦταν αὐτὸ τὸ ἔθιμο  στὴν Κύπρο. [37] Δεῖτε τὴ συζήτηση τοῦ Vernant xxii-xxiii. [38] Δεῖτε Reed 325  [39] Ὁ Reed 325 προσδίδει μία τέτοια πιθανότητα.  [40] Τὸ ποίημα γράφηκε τὸ 270, μᾶς δίνει περιγραφὴ γιὰ τὰ Ἀδώνια ποὺ ἑορτάζονταν στὸ παλάτι τοῦ Πτολεμαίου ΙΙ, ὑπὸ τὸ βλέμμα δύο γυναικῶν ἀπὸ τὶς Συρακοῦσες. [41] Ὁ Ἀλκίφρων ἦταν ἀθηναίος συγγραφέας τοῦ 2ου αἰῶνος, τοῦ ὁποῖου τὰ συγγράμματα  [42] Στὴ ζωὴ τοῦ Ἀλκιβιάδους , ὁ Πλούταρχος δίνει μία παρόλοια περιγραφὴ γιὰ τὰ Ἀδώνια τὸ -415 (18.3) : Ἀδωνίων γὰρ εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας καθηκόντων εἴδωλα πολλαχοῦ νεκροῖς ἐκκομιζομένοις ὅμοια προὔκειντο ταῖς γυναιξί, καὶ ταφὰς ἐμιμοῦντο κοπτόμεναι, καὶ θρήνους ᾖδον. ἡ μέντοι τῶν Ἑρμῶν περικοπή, μιᾷ νυκτὶ τῶν πλείστων ἀκρωτηριασθέντων τὰ πρόσωπα, πολλοὺς καὶ τῶν περιφρονούντων τὰ τοιαῦτα διετάραξεν. ἐλέχθη μὲν οὖν ὅτι Κορίνθιοι διὰ τοὺς Συρακουσίους ἀποίκους ὄντας, ὡς ἐπισχέσεως ἐσομένης πρὸς τῶν οἰωνῶν ἢ μεταγνώσεως τοῦ πολέμου, ταῦτα δράσειαν. 

Τὰ ὁμοιώματα τοῦ Ἀδώνιδος μέσα στὰ κηπευτικὰ φέρετρα τους παρεῖχαν τὸ ἐπίκεντρο γιὰ τὸ θρῆνο καὶ ὁ θρῆνος ἦταν ἡ οὐσία τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀδωνίων. Αὐτὸ δὲν ἐξηγεῖ, ὡστόσο, γιατί τὰ Ἀδώνια ἧταν ἐλκυστικὰ στὶς Ἀθηναῖες, οὔτε γιατί οἱ ἀθηναίοι ἄνδρες ἦταν ἀνεκτικοὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τους.

Γιατί οἱ γυναῖκες τῆς Ἀθήνας πῆραν τὴν πρωτοβουλία καὶ ἀγκάλιασαν ἕναν εἰσαγώμενο ἑορτασμὸ, τὸν ὁποίο οἱ ἄνδρες σύντροφοι τους τὸν ἀπέφευγαν καὶ ποτὲ δὲν τὸν ἐπέκτειναν σὲ ἐπίσημη ἀναγνώριση;

Γιὰ νὰ ἀπαντηθοῦν αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, ἀντὶ νὰ τεμαχίζουμε τὸ μύθο καὶ ν’ἀναζητοῦμε γιὰ τὴ συμβολικὴ σημασία σὲ τελετὲς καὶ ἀποδείξεις, θὰ ἦταν καλύτερα νὰ προσεγγίσουμε αὐτὴ τὴν ἑορτὴ ὁπως ἔκαναν οἱ συμμετέχουσες Ἀθηναίες.
Πρέπει νὰ τὸ δοῦμε σὲ ὅλο του τὸ πλαίσιο, μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τῶν γυναικῶν τῆς Ἀθήνας.
Ἂν προσεγγίσουμε τὰ Ἀδώνια μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, θὰ καταλήξουμε στὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα: Οἱ Ἀθηναῖες γυναῖκες εἶχαν προσελκυστεῖ ἀπὸ τὰ Ἀδώνια ἐξ’αιτίας τοῦ κεντρικοῦ τους χαρακτηριστικοῦ,  τὸν συλλογικὸ θρῆνο, εἶχε μία ἐγγενῆ ἀξία γιὰ αὐτὲς. Ὁ συλλογικὸς Θρῆνος ἦταν μιὰ οἰκεία καὶ ἄνετη δραστηριότητα,  μία λογικὴ ἐπέκταση τοῦ παραδοσιακοῦ ρόλου τους στὰ ταφικά ἔθιμα τους. Ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ ἡμερομηνία τοῦ πρώτου ἑορτασμοῦ στὴν Ἀθήνα ( τὸν ἕκτο (-)αἰῶνα (;) τὰ μέσα τοῦ πέμπτου (-) αἰῶνα (;) τὰ Ἀδώνια ἦταν ἡ εὐκαιρία ποὺ προσέφερε κοινό τελετουργικὸ πένθος, δηλαδὴ ἀπὸ κοινοῦ μὲ ἄλλες γυναῖκες. Περαιτέρω, τέτοιες εὐκαιρίες ἦταν ἰδιαίτερα εὐπρόσδεκτες στὴν μετὰ-Σόλωνος Ἀθήνα, ὅταν ὁ ρόλος τοῦ πένθους τῶν γυναικὼν ἦταν ὑπὸ σοβαρῶν καὶ νομοτυπικῶν περιορισμῶν. Στὰ τέλη τοῦ πέμπτου αἰώνα, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου, ἡ ἀνάγκη γιὰ συμπληρωματικὲς συλλογικὲς εὐκαιρίες πένθους ἔγινε κρίσιμη. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου, τὰ Ἀδώνια μπορεῖ νὰ παρεῖχαν, ἐπίσης, στὶς Ἀθηναῖες γυναῖκες, μία μικρὴ πολιτικὴ φωνή. Τὴν ἴδια στιγμή τοὺς προσέφερε τὴν εὐκαιρία νὰ δημιουργήσουν μία ἠμι-αὐτόνομη κοινότητα, μία δικὴ τους ἐξωτερικὴ κοινότητα, χωρὶς νὰ ἔρχεται σὲ σύγκρουση μέ τὴν οἰκογένεια τους.

Ἂν πᾶμε λίγο πίσω στὶς ἀρχαῖες πηγές, ἡ εἰκόνα ποὺ προκύπτει εἶναι σχετικὰ ἁπλή:

Ὁ νεαρὸς ἐραστὴς τῆς Ἀφροδίτης ἔχει πεθάνει καὶ οἱ γυναῖκες μοιράζονταν τὴ θλίψη τῆς Ἀφροδίτης καὶ θρηνοῦσαν τὸν θάνατο τοῦ Ἀδώνιδος μὲ τελετουργικὸ θρῆνο. Ὁ θρῆνος εἶναι ἕνα σταθερὸ στοιχεῖο στὶς ἀρχαίες πηγὲς, ἀπὸ τὴ Σαπφὼ στὴ Λέσβο, στὸν Φερεκράτη καὶ τὸν Ἀριστοφάνη στὴν Ἀθήνα, καὶ τὸν Θεόκριτο στὴν Ἀλεξάνδρεια [43] :
Ὁ Θρῆνος ἦταν μία καθὼς πρέπει δραστηριότητα γιὰ τὶς γυναῖκες, αὐτὴ ἦταν ἡ ὑπηρεσία ποὺ ἐκτελοῦσαν γιὰ τὰ νεκρὰ μέλη τῆς οἰκογένειας.
Μία σύντομη ἀνασκόπηση τῶν παραδοσιακῶν ταφικῶν δραστηριοτήτων θὰ καταστήσει σαφῆ τὴν ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς ἑορτῆς καὶ τῆς κηδείας. Οἱ ἄνδρες ὁδηγοῦνταν στὸ περιθώριο, ἐνῶ οἱ γυναῖκες ἐκτελοῦσαν τὸν ταφικὸ τους θρῆνο, ὁ θρῆνος ἦταν στοιχεῖο ἰδιαίτερης σημασίας τῆς γυναικείας δραστηριότητας. Οἱ γυναῖκες, μέσα στὰ ὅρια τοῦ σπιτιοῦ, χωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, ἀλλὰ ὄχι ἀπαρατήρητες ἢ ἀνήκουστες ἀπὸ αὐτοὺς, προετοίμαζαν τὸ νεκρὸ σῶμα, τὴν «πρόθεσις», δηλαδὴ τὸν κατακείμενον ἐν κλίνη.
Θὰ τὸν ἔλουζαν, θὰ τὸν ἔχριζαν μὲ λάδι καὶ μύρο καὶ θὰ τὸν ἔντυναν, ἀμέσως μετὰ θὰ τὸν ξάπλωναν ἀξιοπρεπῶς στὴ κλίνη , τὴ βάση τοῦ φέρετρου του.
Ἐπίσης τὸν ἔχριζαν μὲ βότανα διασπορᾶς σὲ ὅλο τὸ σῶμα, τοποθετοῦσαν κλωναράκια ἀμπέλου, μυρτιὲς καὶ δάφνες κάτω ἀπὸ τὸ σῶμα ἢ κάτω ἀπὸ τὸ φέρετρο  ἐπίσης τοποθετοῦσαν ἕνα στέμμα στὸ κεφάλι  [44] . Ἡ «πρόθεσις», συχνὰ πυκνὰ ἀπεικονίζονταν στὴν ἀγγειογραφία, ἦταν ἡ ἀπαρχὴ γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐπίσημου θρήνου – ἕνας συνδυασμὸς ἀπὸ μοιρολόγια καὶ αὐθόρμητους θρήνους ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἐκλιπόντος, ποὺ μερικὲς φορὲς συμπληρώνονταν καὶ ἀπὸ ἐπαγγελματίες πενθοῦντες.
Ὁρισμένες παραδοσιακὲς συνήθειες συνόδευαν τούς θρήνους τῶν γυναικὼν καὶ τοὺς ὕμνους : Ἡ ἰκετευτικὴ ἀνύψωσις τῶν χεριῶν, ἡ ἐκρίζωση τῶν μαλλιῶν , τὸ γδάρσιμο τοῦ προσώπου, τὰ χτυπήματα στὰ στήθη.

Ὁ θρῆνος συνοδεύονταν ἀπὸ τὴ μουσικὴ (ποὺ παρέχονταν ἀπὸ ἕναν αὐλὸ) καὶ απὸ μία πομπευτικὴ κίνηση γύρω ἀπὸ τὸν ἐπιτάφιο.
Αὐτὴ ἡ κίνηση νὰ πρέπει νὰ ἔμοιαζε μὲ ἕνα χορό, μερικὲς φορὲς ἀργὸ, μερικὲς φορὲς ἑορταστικὸ καὶ μερικὲς φορὲς ἄγριο καὶ ἐκστατικό [45] . Ἡ πρόθεσις διηρκοῦσε μία ἡμέρα (καὶ μία νύχτα) καὶ ἀκολούθησε μία τελετουργικὴ πομπὴ στὸν τάφο (ἐκφορά),καὶ μὲ τοὺς δύο, τοὺς  ἄνδρες καὶ τὶς πενθοῦντες γυναῖκες ποὺ συνόδευαν τὸ σῶμα. Κατὰ τὴν ταφὴ ὑπῆρχαν προσφορὲς καὶ ἀκόμη περισσότερος θρῆνος.  Τὸ τελικὸ στάδιο ἦταν ἕνας καλὸς καθαρισμὸς τοῦ σπιτιοῦ καὶ μία ἑορτὴ μετὰ τὴν κηδεία, ποὺ μᾶλλον θὰ συνοδεύονταν ἀπὸ περισσότερη μουσικὴ καὶ χορό [46] .

[43] Γιὰ τὴν μεταγενέστερη μορφὴ τοῦ θρήνου δεῖτε τοῦ Βίωνος τὸν « Ἐπιταφιος Ἀδώνιδος», ποὺ περιλαμβάνει τὸν παθιασμένο θρῆνο τῆς Ἀφροδίτης τῆς ἴδιας. [44] Γιὰ περιγραφὴ περὶ τῆς Προθέσεως καὶ περὶ τῶν ἀρχαίων πηγῶν που κάνουν ἀναφορὰ δεῖτε Kurtz καὶ Boarman 103ff, Garland (1985)23-31 μαζὶ μὲ τὰ σχόλια, ἐπίσης τῆς Ἀλεξίου 4-6 καὶ τὶς σημειώσεις. [45] Ἀλεξίου 6,δεῖτε ἐπίσης Garland (1985) 30. [46] Ἄλεξίου 8-9 καὶ Kurtz καὶ Boardman 146. 

Ἂν συγκρίνουμε τὶς δραστηριότητες τῶν γυναικῶν στὰ Ἀδώνια μὲ τὶς παραδοσιακὲς δραστηριότητες στὰ ταφικά ἔθιμα τους, ὅπως περιγράφονται παραπάνω, βλέπουμε ὅτι ἡ ἑορτὴ περιελάμβανε πολὺ λίγα ποὺ ἦταν νέα ἤ διαφορετικά. Ἡ ἑορτὴ, ὅπως στὴν κηδεία, πιθανὼν ἄρχιζε μὲ τὴν «πρόθεσις», δηλαδὴ τὴν τοποθέτηση τῶν ὁμοιώματων τοῦ Ἀδώνιδος στὰ κηπευτικὰ «φέρετρα», ποὺ γύρω τους οἱ γυναῖκες τραγουδοῦσαν θρήνους.
Ὁ θρῆνος συνοδεύονταν μὲ τὰ ἀπαραίτητα ἐθιμοτυπικὰ, δηλαδὴ , τὴν ὕψωση τῶν χεριῶν , τὰ χτυπήματα στὸ στῆθος ( ὅπως ἡ Ἀφροδίτη τῆς Σαπφοῦς κατευθύνει καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Δημόστρατου ἐκτελεῖ) [47] .
Εἶναι δυνατόν, ἂν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις, ὅτι ἡ ἑορτὴ περιελάμβανε ἐπίσης καὶ τὴν προσφορὰ φρούτων καὶ ἀρωματικῶν θυμιαμάτων [48] . Ὑπάρχουν ἄφθονα στοιχεῖα στὶς πηγὲς ἀπὸ μουσική, χορὸ καὶ γλέντι. Ὅλες αὐτὲς οἱ δραστηριότητες ἦταν κοινὲς καὶ γιὰ τὰ δύο, τὴν ἑορτὴ καὶ τὴν κηδεία.
Τέλος, ἡ ἐτήσια «ἐπιστροφὴ» τοῦ Ἀδώνιδος ἦταν σὰν τὶς ἐτήσιες ἀναμνηστικὲς τελετὲς γιὰ τὰ νεκρὰ μέλη τῆς οἰκογένειας.

Οἱ στέγες ὡς χῶρος ἑορτασμοῦ στὰ Ἀδώνια δὲν ἦταν μιὰ συνηθισμένη τοποθεσία γιὰ θρησκευτικὴ δραστηριότητα στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή [49] , καὶ αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικό τῆς ἑορτῆς διατηρήθηκε καὶ στὴν Ἀθήνα. Γιὰ τὶς Ἀθηναῖες γυναῖκες, οἱ κινήσεις τῶν ὁποίων ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ἦταν περιορισμένες (ἰδιαίτερα τὴ νύχτα), ἡ ὀροφὴ ὑπηρετοῦσε ὡς προέκταση τοῦ σπιτιοῦ καὶ παρεῖχε μία ἄνετη καὶ ἀσφαλῆ (ἀπὸ τοῦ Ἀνδρὸς τὴν ἄποψη) θέση. Στὶς στέγες οἱ γυναῖκες ἦταν χωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, ἀλλὰ ὄχι ἀπαρατήρητες ἢ ἀνήκουστες ἀπὸ αὐτούς, ὅπως ἀκριβῶς ἦταν στὴν πρόθεσις τῶν οἰκογενειακῶν κηδείων. Δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ μείνουν στὰ κρυφὰ καὶ ἀπαρατήρητες. Πράγματι, ὁ Μοσχίων τοῦ Μενάνδρου μᾶς λέει ὅτι ἦταν ἕνας θεατής. Ἀμφιβάλλω γιὰ τὸ ἂν ὑπῆρχαν κανονισμοὶ ποὺ νὰ ἀπαγορεύουν τοὺς ἄνδρες ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ εἴτε στὰ Ἀδώνια εἴτε σὲ τελετουργικὸ θρῆνο στὴν πρόθεσις τοῦ ἀποθανόντος μέλους τῆς οἰκογένειας. Ἀλλὰ ὁ θρῆνος ἦταν παραδοσιακὰ γυναικεία ὑπόθεσις.
Ἔτσι συνέβαινε καὶ στὰ Ἀδώνια  [50].

[47] Ὑπάρχει συγκεκριμένη λογοτεχνικὴ μαρτυρία τῶν γυναικῶν ποὺ χτυποῦσαν τὰ στήθη τους  καὶ ἔσκιζαν τοὺς χιτῶνες τους στὰ Ἀδώνια. Ἐπιπλέον, ἡ σκηνὴ σὲ μία λήκυθο στὴν Καρλσρούη (. 278, μὲ ἡμερομηνία -390), ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν βέβαιο, ὅτι ἀπεικονίζει τὴν ἑορτὴ τῶν Ἀδωνίων, περιλαμβάνει δύο γυναῖκες πλαισιώνουν τὴν κεντρικὴ φιγούρα (μία γυναίκα ἤ τὴν Ἀφροδίτη, ἡ ὁποία ἀνεβαινει μία σκάλα μὲ μιὰ γλάστρα ὅπου μεγαλώνουν βλαστάρια φυτῶν) μὲ τὰ χέρια τους ὑψωμένα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους. (Αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τίς  μόλις δύο ἀγγειογραφίες ποὺ ὁ EdwardΝδέχεται ὡς ἀπεικόνιση τῶν Ἀδωνίων.) [48] Στὴν περίλαμπρη κρατικὴ ἑορτὴ στὴν Ἀλεξάνδρεια περιλαμβάνονταν προσφορὲς φρούτων. Τὰ φροῦτα ὅλων των εἰδῶν εἶχαν τοποθετηθεῖ δίπλα στὸ ἀνάκλιντρο ὅπου ἦταν ξαπλωμένοι ὁ Ἄδωνις καὶ ἡ Ἀφροδίτη (Θεόκριτος, 15.112). Οἱ προσφορὲς θυμιαμάτων εἶναι ἀσυνήθιστες σὲ Ἀθηναϊκὴ ἑορτή. Ἀλλὰ τὸ μόνο ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο θυμιαμάτων καὶ φρούτων ὡς προσφορὲς στὰ Ἀθηναϊκὰ Ἀδώνια εἶναι οἱ ἀγγειογραφίες τῶν ὁποίων οἱ ἑρμηνεῖες εἶναι ἀμφισβητούμενες. [49] Βλέπε, Ἱερεμίας 19.13:―  Και τα σπίτια της Ιερουσαλήμ και οι οίκοι των βασιλέων Ιούδα, θα γίνουν όπως ο τόπος ο Διαπίπτων, ο Ταφέθ, το νεκροταφείον, εξ αιτίας των βδελυγμάτων, τα οποία ετελούντο εις όλας τας οικίας. Από τα δώματα των οικιών αυτών, επάνω εις τα ηλιακωτά, προσέφεραν θυσίαν θυμιάματος εις την στρατιάν των αστέρων του ουρανού και έχυσαν σπονδάς εις θεούς ξένους!   Γιὰ μία σύγχρονη συζήτηση, βλ. Burkert (1985) 177 καθὼς καὶ σημειώσεις. [50] Τέτοιες παραδόσεις, ὡστόσο, ἦταν χαλαρὲς προφανῶς στὶς ἑορτὲς τῶν ἐταίρων, ὅπου οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες ἀναμειγνύονταν ἐλεύθερα. Βλ. ἀνωτέρω, σημειώση. 33. 

Οἱ κῆποι (ὑποκατάστατα γιὰ τὰ ταφικὰ φέρετρα) θυμίζουν τὰ φύλλα καὶ τὰ κλαδιὰ ποὺ κατὰ τὴν παράδοση τοποθετοῦνταν κάτω άπὸ τὸ σῶμα τοῦ θανόντος ἤ κάτω στὴ βάση τοῦ φέρετρου.
Μήπως λοιπὸν ὁ μύθος ἔχει κάποια ἐπίδραση ἐδῶ;  Σύμφωνα μὲ τὸν Εὔβουλο (κωμικὸς ποιητής τοῦ (-) τετάρτου αἰῶνος), ἡ ἴδια ἡ Ἀφροδίτη τοποθέτησε τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ ἐραστῆ της πάνω σὲ μία κλίνη ἀπὸ Θρίδακες) [51]. Εἶναι πιθανὸ ὅτι ὅταν οἱ Ἀθηναῖες, τοποθετοῦσαν τὰ μικρὰ ὁμοιώματα τοῦ Ἀδώνιδος στοὺς μικροὺς κήπους τους, νὰ μιμοῦνταν τὴν Ἀφροδίτη . Ἀλλὰ μπορεῖ ἁπλὰ νὰ εἶχαν ἀποδεχθεῖ μία τέτοια πράξη ὡς ἐπιτύμβιο ἔθιμο, ὅπως συνηθίζονταν. Ἡ χρήση τοῦ μαρουλιοῦ δὲν εἶχε τίποτα νὰ κάνει μὲ ἀναφροδισιακὲς ἰδιότητες (ὅπως προτείνει ὁ Detienne). Μαρούλια καὶ παρόμοια φυτὰ χρησιμοποιοῦνταν στοὺς κήπους ἐπειδὴ βλαστοῦσαν γρήγορα, ἦταν εὐκολία νὰ τὰ προετοιμάσουν στὶς γλάστρες γιὰ τὴν ἑορτή. [52]  Ὡστόσο, ἡ καταλληλότητα τῶν ἐν λόγω ἐφήμερων φυτῶν, ποὺ χρησιμοποιοῦνταν ὡς πένθιμη κλίνη γιὰ τὸν βραχύβιο Ἄδωνι δὲν εἶχε χαθεῖ ἀνάμμεσα στοὺς ἀρχαίους (καὶ σύγχρονους) σχολιαστὲς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ τί νόμιζαν καὶ γιὰ ποιὸ σκοπὸ τά εἶχαν οἱ  γυναῖκες.

Στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα ὑπάρχει ἕνας ἐνδιαφέρων παραλληλισμός. Μία ἑορτὴ (Τὸ ἔθιμο τοῦ Ζαφείρη) γιορτάζεται στὸ χωριὸ τοῦ Ζαγορίου στὴν Ἤπειρο κατὰ τὴν ὁποία οἱ γυναῖκες μὲ τὰ παιδιὰ τους πηγαίνουν στὰ χωράφια, στὶς ἀρχὲς Μαΐου.
« Ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ , ἕνα ἀγόρι ξαπλώνει στὸ γρασίδι σὰν πεθαμένο, ἐνῶ τὰ κορίτσια τὸ ραίνουν μὲ λουλούδια καὶ τὸ θρηνοῦν μὲ ἕναν ἐκστατικὸ θρῆνο. . . .» [53]

Οἱ Ἀθηναῖες δὲν πήγαιναν στὰ χωράφια κατὰ τὴ διάρκεια ῶν Ἀδωνίων.
Ἔμεναν στὸ / στὰ σπίτια τους γιὰ νὰ δημιουργήσουν τὶς φορητὲς κλίνες ἀπὸ ταχυ-βλάσταρα γιὰ τὸ πτῶμα τοῦ «Ἀδώνιδος». Ἡ μέση Ἀθηναία, ὡς ἐκ τούτου, θὰ εἶχε προσελκυστεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ ἐπειδὴ σὲ αὐτὴ καθρεφτίζονταν τὰ παραδοσιακὰ ταφικά της ἔθιμα, τῆς ἔδινε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκτελέσει τὸ γνωστὸ θρῆνο μὲ τὴν συνοδεία καὶ τῶν ἄλλων γυναικῶν. Ἔτσι, στὴν ἁπλούστερη μορφὴ τους, τὰ Ἀδώνια παρεῖχαν μία πρόσθετη κοινωνικὴ διέξοδο γιὰ τὶς γυναῖκες, μία εὐκαιρία ὄχι μόνο γιὰ τὸ θρῆνο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ γλέντι [54] . Ἀλλὰ τὰ Ἀδώνια εἶχαν πολὺ μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὶς Ἀθηναῖες. Αὐτὴ ἡ ἑορτὴ ὄχι μόνο συμπληρώνε τὰ κανονικὰ θρησκευτικὰ τους ἔθιμα, ἀλλὰ ἐπίσης ὑπηρετοῦσε καὶ ὡς ὑποκατάστατο γιὰ ὁρισμένα ἀπὸ αὐτὰ – εἰδικὰ γιὰ ἐκείνα ποὺ εἶχαν ἀπαγορευθεῖ ἢ  περιοριστεῖ ἀπὸ τὸ κράτος.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πρὸ-κλασσικῆς περιόδου ὁ θρῆνος στὶς κηδεῖες ἦταν ὑπὸ τὸν πλήρη ἔλεγχο τῶν γυναικῶν [55]  .
Ὅμως, στὶς ἀρχὲς τοῦ ἕκτου (-) αἰῶνος, στὴν Ἀθήνα καὶ ἀλλοῦ, πέρασε μία νομοθεσία ποὺ περιόριζε τὴν τελετουργία στὴ κηδεία [56] .

[51] Εὔβουλος, Ἀπόσπασμα. 13 : ― Μὴ παρατίθει θριδακίνας, ὦ γύναι ἐπὶ τὴν τράπεζαν, ἤ σεαυτὴν αἰτιῶ. ἐν τῶ λαχάνῳ τούτῳ γάρ, ὡς ὁ λόγος, ποτέ τὸν Ἄδωνιν ἀποθανίντα πρὔθηκεν Κύπρις· ὥστε ἐστὶ νεκύων βρῶμα. Αυτὴ ἡ μυθικὴ «Πρόθεσις» πάνω στὸ μαρούλι ἀντανακλᾶται ἀπὸ τὸν Ἠσύχιο  (Ἀδώνιδος κῆποι). Τὸ ερώτημα που τίθεται, φυσικά, εἶναι αν ὁ Εὔβουλος ἐπηρεάστηκε από τις ἑορταστικὲς πρακτικές τῆς ἐποχῆς του  . [52] Άλλα φυτά: Μάραθο (Σούΐδας και Ἠσύχιος, Ἀδώνιδος κῆποι) Κριθάρι και σιτάρι (Σχόλιο σὲ Θεόκριτο 15.113). Όμως, καὶ άλλα φυτά μπορεί να εἶχαν χρησιμοποιηθεί-ό, τι ήταν βολικό. Ὁ Θεόφραστος μᾶς λέει  τὸ Ἁβρότονον θὰ μποροῦσε νὰ καλλιεργηθεῖ σὲ γλάστρες μέσα στὸ καλοκαίρι, ὅπως στοὺς « κήπους τοῦ Ἄδωνιδος» (6.7.3). [53] Ἀλεξίου 80 (Τὸ ἔθιμο τοῦ Ζαφείρη) [54] Ἡ Eve Stehle πρότεινε ὅτι αὐτὴ ἡ ἑορτὴ εἶχε καὶ μιὰ  ἐρωτικὴ χροιὰ ἀλλὰ κάτι τέτοιο δὲν ἕχει ἀποδειχθεῖ καὶ ἕχει ἀπορριφθεῖ ἀπὸ ὅλους τοὺς σοβαροὺς ἐρευνητὲς τῆς ἑορτῆς. [55] «Ἡ ἀνάδειξη τῶν γυναικῶν σὲ πένθιμους θρήνους μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν πανάρχαια ἐποχὴ, βάσει ἀρχαιολογικῶν εὐρημάτων, ἐπιγραφῶν, κειμένων» Ἀλεξίου 212 σημ. 107. [56] Ὑπάρχουν ἐνδείξεις αὐτῆς τῆς περιοριστικῆς νομοθεσίας ἀπὸ τὶς ἀκόλουθες τοποθεσίες: Ἀθήνα (Σόλων, μετὰ-Σόλωνος ἐποχὴ  – ἐνδεχομένως τοῦ Κλεισθένους καὶ τοῦ Δημητρίου Φαληρέως), Δελφοὶ (πέρ. τὸ -400 Λαβυαδᾶν Φρατρία), Γαμβρεῖον κοντὰ στὴν Περγάμο (3ος αἰώνας), Γορτυνα στὴν Κρήτη  (πέρ. -600-525), Ἰουλὶς Κέας  (2ο μισό του -5ου αἰώνα), Μυτιλήνη ( -650 – 570), Νίσυρος στὶς νότιες Σποράδες (-3ος αἰώνας), Σπάρτη (Λυκοῦργος), Συρακοῦσες (ἀπροσδιόριστη ἡμερομηνία ). Γιὰ μία λεπτομερῆ περιγραφὴ τῆς ἐν λόγω νομοθεσίας, βλ. Garland (1989) 1-15. Ὅπως ὁ Garland ἐπισημαίνει, «ἦταν χαρακτηριστικὸ … ὅλης τῆς νομοθεσίας περὶ τῶν  ταφικῶν, ὅτι πολλὲς ἀπὸ τὶς διατάξεις αὐτὲς ἀπευθύνονταν κυρίως σὲ γυναῖκες» (4). Βλέπε ἐπίσης τὴ συζήτηση τῆς  Ἀλεξίου 14-23, καὶ Holst-Warhaft 1992, 114-26. Ἡ  Ἀλεξίου (21) ὑποδηλώνει ὅτι ἡ περιοριστικὴ νομοθεσία τοῦ Σόλωνος ἦταν μέρος μίας προσπάθειας νὰ ὑπονομεύσει τὶς ἀριστοκρατικὲς λατρεῖες τῶν διαφόρων ἀριστοκρατικῶν οἴκων. Οἱ γυναῖκες ἔγιναν στόχος, λόγω τοῦ ἐξέχοντος ρόλου τους στὴν λατρεία ἐν τοῦ οἴκου τους ποὺ τοὺς ἔδινε πρόσβαση σὲ συζητήσεις  γιὰ τὰ περὶ τοῦ οἴκου περουσιῶν. «Ἂν ἡ οἰκογένεια, μὲ βάση τὸ πατρικὸ δίκαιο, ἔπρεπε νὰ καθιερωθεῖ ὡς ἡ βασικὴ μονάδα τῆς κοινωνίας, τότε ἡ δύναμη τῶν γυναικῶν στὶς θρησκευτικὲς καὶ οἰκογενειακὲς ὑποθέσεις θὰ πρέπει νὰ σταματήσει, καὶ θὰ πρέπει νὰ παίξουν ἕναν πιὸ δευτερεύοντα ρόλο στὶς κηδεῖες.»

Οἱ νόμοι τοῦ Σόλωνος, γιὰ παράδειγμα, ἦταν, σύμφωνα μὲ τὸν Πλούταρχο, σχεδιασμένοι νὰ ἀφαιρέσουν τὶς : ― «σκληρὲς καὶ βάρβαρες πρακτικὲς στὶς ὁποῖες … οἱ γυναῖκες εἶχαν ἐπιδοθεῖ συνήθως …» (Σόλων 12.5).
Οἱ γυναῖκες, ποὺ προηγουμένως εἶχαν κυριαρχήσει στὸ πένθος, τῶρα πλέον ἦταν περιορισμένες στὶς δραστηριότητές τους.
Ὁ Πλούταρχος μᾶς λέει ὅτι ὁ Σόλων ἀπαγόρευσε τόσο τὸ τραγούδι ἀπὸ τὰ μοιρολόγια ὅσο καὶ τοὺς θρήνους γιὰ τοὺς πάντες, ἐκτὸς αὐτοῦ ποὺ μόλις εἶχε πεθάνει (Σόλων 21).
Ὁ Δημοσθένης ἀναφέρει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν γυναικῶν ποὺ εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ παρακολουθήσουν τὴν πρόθεσις καὶ τὴν ἐκφορὰ ἦταν σημαντικὰ μειωμένος.
Ἡ συμμετοχὴ περιοριζόταν σὲ γυναῖκες ποὺ βρίσκονταν ἐντός τοῦ βαθμοῦ τῆς δεύτερης ξαδέλφης ἢ ἦταν ἡλικίας ἄνω τῶν ἑξήντα ἐτῶν ,ἐπίσης, κατὰ τὴν ἐκφορᾶ τοῦ νεκροῦ οἱ γυναῖκες τοποθετήθηκαν  μία θέση πίσω ἀπὸ τοὺς ἄνδρες (43.62). Ἡ Νομοθεσία ἀπὸ τὴν Ἰουλίδα, στὸ νησὶ τῆς Κέας, ἀπαγόρευε τὸ θρῆνο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐκφορᾶς. Τὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ μεταφέρεται καλυμμένο καὶ σιωπηλά.
Ἡ Κέα εἶχε στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν Ἀθήνα καὶ δεδομένου ὅτι αὐτὴ ἡ νομοθεσία εἶναι παρόμοια μὲ τοῦ Σόλωνος καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα, φαίνεται πιθανὸ ὅτι καὶ οἱ Ἀθηναῖες γυναῖκες ἦταν ἐπίσης περιορισμένες στὸ θρῆνο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐκφορᾶς [57]. Ὁ Σόλων μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶχε νομοθετήσει καὶ ἄλλα ὅρια γιὰ τὸ πένθος τῶν γυναικῶν ἐξαλείφοντας (ἢ περιορίζοντας) τὶς παραδοσιακὲς ἐτήσιες τελετὲς πένθους γιὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας τὶς ὁποίες ἀντικατέστησε μὲ μία κρατικὴ ἑπιχορηγούμενη ἑορτὴ, τὰ Γενέσια [58].

Στὴν περίπτωση τῆς δημόσιας ταφῆς, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πέμπτου (-) αἰῶνος ὑπῆρξε μία σταδιακὴ μείωση τοῦ ἐπίσημου ταφικοῦ θρήνου καὶ ἄρχισε μία αὐξανόμενη χρήση τῶν Ἐπιτάφιων Λόγων, δηλαδὴ οἱ δημόσιοι ἐπικήδειοι ποὺ ὑμνοῦσαν τὸ νεκρό. Τὸ Ἐγκώμιο ἀντικατέστησε τὸν Θρῆνο [59].

Εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα σύμπτωση ὅτι ἡ πρώτη γραπτὴ μαρτυρία γιὰ τὰ Ἀδώνια πέφτει σχεδὸν τὴν ἴδια στιγμὴ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἐπικήδειου λόγου τοῦ Περικλέους γιὰ τοὺς νεκρούς του πρώτου ἔτους τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου (-430). Ὁ Περικλῆς δὲν θρηνεῖ τοὺς νεκρούς. Ἀντ’αὐτοῦ ἐπαινεῖ τὴν ἀνδρεία τους, καὶ ἐπαινεῖ τὴν πόλη γιὰ λογαριασμὸ αὐτῶν ποὺ θυσίασαν τὴ ζωὴ τους (Θούκ. 2,34 – 46) [60] .
Ὁ ρόλος τῶν γυναικῶν στὶς δημόσιες κηδεῖες ἦταν αὐστηρὰ περιορισμένος. Μόνο οἱ συγγενεῖς γίνονταν δεκτές καὶ στὴ συνέχεια μόνο στὸ τόπο ταφῆς. Ὁ Περικλῆς ὅμως ἔχει κάποια συμβουλὴ γὶ ‘αὐτούς: ― Προσπαθῆστε νὰ μὴν εἶστε κατώτερες ἀπὸ τὴν φύση σας (ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἐγγενῶς ἀδύναμη ἀπὸ ἐκείνη τοῦ ἀρσενικοῦ) Συμπεριφερθεῖτε μὲ εὐπρέπεια κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ περιορισμένου χρόνου τοῦ πένθου σας, καὶ στὴ συνέχεια νὰ ἀποχωρίσετε στὸ σπίτι.  (Θούκ. 2.45 ).  Ἔτσι, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πέμπτου (-) αἰῶνος, οἱ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες εἶχαν κυριαρχήσει παραδοσιακὰ τὶς τελετουργίες τοῦ θανάτου, περιθωριοποιήθηκαν στὶς δημόσιες ταφές, καὶ περιορίστηκαν σὲ ἕνα περιφερειακὸ ρόλο, οἱ θρῆνοι τους πλέον ἦταν σιωπηλοί. Ἡ Ἐξύμνηση τοῦ κράτους ἀντικατέστησε τὸν θρῆνο γιὰ τοὺς συγγενεῖς [61] .

 [57] Ἀλεξίου 15. Ὁ κώδικας τοῦ Δελφικοῦ νόμου περιελάμβανε αὐτὸν τὸν περιορισμό. [58] ‘Ἀλεξίου, Jacoby 65-75 [59] Δεῖτε Loraux 44-50  [60] Προφανῶς οἱ ἄντρες στὸ ἀκροατήριο, οἱ ἐνεργοὶ συμμετέχοντες στὴν πολιτικὴ διαδικασία, ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ πείσθοῦν ἀπὸ τὶς γυναῖκες. «Ἡ Ἀθηναϊκὴ πόλη, ἡ ὁποία εὶχε ἐκδημοκρατισμένη στρατιωτικὴ δραστηριότητα, ἀνοίχτὴ σὲ κάθε πολίτη», (Loraux 24). [61] Ὁ Bennett και ὁ Tyrrell (456) δείχνουν ὅτι ἡ ἔνταση ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ κράτους στὰ παραδοσιακὰ  ταφικὰ ἔθιμα τῶν γυναικῶν ἐμφανίστηκε στὴν Ἀντιγόνη τοῦ  Σοφοκλέους. Όταν ὁ Κρέων εμπόδισε τὶς συγγενεῖς τοῦ Πολυνείκη νὰ θάψουν τὸ σῶμα του, ἐκτελοῦσε : «ὅχι περισσότερο από ό, τι οι ίδιοι οι Αθηναίοι ἐκτελοῦσαν από την εποχή τοῦ Σόλωνος, δηλαδὴ προσπάθησε νὰ ἐπιβάλει τὴ νομοθεσία, τὴν  περιορισμένη συμμετοχὴ τῶν γυναικὼν στὶς ταφὲς» -τόσο τῶν ἰδιωτικῶν ὅσο καὶ δημόσιων. Δεῖτε ἐπίσης Ἀλεξίου 212 σήμ.. 109: «… Κάποιος μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι τόσο ἡ Ἀντιγόνη ὅσο καὶ ἡ Ἠλέκτρα κάνουν ἔκκληση πρὸς τὶς γυναῖκες τῶν ἄλλων πόλεων γιὰ τὴ δικαιοσύνη στοὺς νεκρούς τους. Σοφοκλέους Ἀντιγόνη 694 – 98, Ἠλέκτρα 954, 1090» 

Ὁ Πόλεμος ἦταν ἐνδημικὸς στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία κατὰ τὴν κλασικὴ περίοδο, ὡς ἐκ τούτου, υπῆρχαν ἀρκετοὶ θάνατοι ἀπὸ τὶς μάχες, ἀρκετὴ θλίψη καὶ τὸ πένθος. Ἀλλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἴδιας περιόδου ἡ Πολιτεία περιόρισε τὶς ἰδιωτικὲς τελετὲς καὶ εισήγαγε τὴν ἰδιοποίηση τῶν δημόσιων κηδειῶν.
Στὰ τέλη τοῦ πέμπτου (-) αἰῶνος ὁ Πελοποννησιακὸς Πόλεμος κυριαρχοῦσε στὰ πάντα.
Χρόνο μὲ τὸ χρόνο οἱ γυναῖκες ἀπλῶς παρακολουθοῦσαν, ἀναγκαστικὰ περιορισμένες, καθὼς ὁ πόλεμος μὲ τὴ Σπάρτη συνεχίζονταν.
Χρόνο μὲ τὸ χρόνο ἀναγκάζονταν νὰ θρηνοῦν στὴ σιωπή.
Σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ τοποθετήσουμε τὴν ὁμιλία τοῦ Προβούλου στὴ Λυσιστράτη.
Ὁ Ἀριστοφάνης ἔχει ἐνορχηστρώσει τὴ σκηνὴ ἀρκετὰ προσεκτικά. Εἶναι τὸ ἔτος -415.
Ὅταν ὁ Δημόστρατος πρότεινε νὰ στείλει στρατεύματα στὴ Σικελία, αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν πολιτικὴ φωνὴ (οἱ γυναῖκες) στὶς κοντινὰ στέγες ὕψωσαν τὶς φωνὲς τους σὲ θρήνους γιὰ τὸν Ἄδωνι.
Δὲν ἔχει σημασία ἐὰν τὰ Ἀδώνια πραγματοποιοῦταν πραγματικὰ τὴν ἴδια στιγμὴ τῆς συνέλευσης τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου ποὺ ἀποφάσιζε.
Ὁ Ἀριστοφάνης δὲν ἀσχολήθηκε ποτὲ μὲ τὶς ἱστορικὲς ἀκρίβειες [62]. Οἱ πενθοῦσες γυναῖκες δὲν θρηνοῦσαν μόνο γιὰ τὸν Ἄδωνι, θρηνοῦσαν καὶ γιὰ τοὺς δικοὺς τους καὶ ὄχι μόνο γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἤδη σκοτωθεῖ ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ θὰ ἔχαναν τὴν ζωὴ τους , τοὺς θάνατους ποὺ θὰ ἔρχονταν.
Εἶχαν πένθος ἐκ τῶν προτέρων, ὁ Ἀριστοφάνης καὶ τὸ κοινό του, τὸ -411, ἤδη γνώριζαν ὅτι θὰ πέθαιναν χιλιάδες στὴ Σικελία.

Στὰ Ἀδώνια, οἱ γυναῖκες ἔβρισκαν τὴν εὐκαιρία νὰ δώσουν ἕνα διέξοδο στὴν ἀνάγκη τους γιὰ νὰ πενθήσουν. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἕλξη τους πρὸς τὴν ἑορτὴ καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴ δημοτικότητά της.
Κατὰ τὸ ἔθιμο, μία γυναίκα ποὺ λάμβανε μέρος σὲ μία πρόθεσις ἕνος μέλους τῆς οἰκογένειας, μποροῦσε νὰ ξεκινήσει τὸ θρῆνο της γιὰ τὸν θανόντα θρηνώντας πρῶτα τὰ δικά της δεινά.
Μιὰ τέτοια ἀνησυχία, γιὰ τὰ προσωπικὰ δεινὰ κάποιου, φαίνεται ὅτι ἦταν ἕνα σταθερὸ στοιχεῖο στὸν τελετουργικὸ θρῆνο στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Ὅμηρος μᾶς λέει ὅτι ὁ θρῆνος τῆς Ἀνδρομάχης γιὰ τὸν Ἕκτορα ξεκίνησε ἀπὸ μία περιγραφὴ τῆς δικῆς της δυσάρεστης κατάστασης (Ἰλιάδα Ω στ.725-45). Ὁμοίως, στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα, οἱ γυναῖκες ποὺ ἐκτελοῦν τὸ μοιρολόι τους, εἶναι συχνὰ κατὰ κύριο λόγο «ἀπασχολημένες θρηνώντας τὴ δική τους μοίρα.» [63]  Σίγουρα αὐτὸ ἴσχυε καὶ στὰ Ἀθηναϊκὰ Ἀδώνια. [64]  Τόσο ἡ πρόθεσις τοῦ νεκροῦ ὅσο καὶ τὰ Ἀδώνια, ἦταν φορὲς ποὺ οἱ γυναῖκες μποροῦσαν νὰ μοιραστοῦν τὶς λύπες τους μὲ ἄλλες γυναῖκες. Ὑπάρχει ἄνεση, ἀκόμη καὶ ἱκανοποίηση στὸ κοινὸ πένθος. Λειτουργεῖ ὡς κάθαρση γιὰ ὅλους ὅσους παίρνουν μέρος σὲ αὐτὸ [65].

Ὁ Ἄδωνις, στὴ συνέχεια, γίνεται, στὴν πραγματικότητα, ἕνα ὑποκατάστατο γιὰ ἕναν σύζυγο, γιό, καὶ ἀδελφό.
Κατὰ τὰ τέλη τοῦ πέμπτου (-) αἰώνα οἱ γυναῖκες εἶχαν μία αὐξημένη ἀνάγκη γιὰ ἕνα τέτοιο «ὑποκατάστατο πένθος.»
Μὲ αὐτὸ κατὰ νοῦ λοιπὸν, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἁπλῶς μιὰ σύμπτωση στὶς πηγές μας ἡ διατήρηση ἀρκετῶν ἀναφορῶν γιὰ τὰ Ἀδώνια στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸ τελευταῖο τρίτο του πέμπτου αἰῶνος.
Σχεδὸν κάθε γυναίκα στὴν Ἀθήνα θὰ εἶχε ἀγγιχτεῖ ἀπὸ τὴν μακροχρόνια μάστιγά τοῦ πολέμου μεταξὺ Ἀθήνας καὶ Σπάρτης (καὶ τῶν συνοδευτικῶν ἐπιδημιῶν του).
Ἐν ὄψει τῶν νομοθετικῶν περιορισμῶν στὶς παραδοσιακὲς ταφικὲς τελετουργίες καὶ τὸν περιορισμὸ ποὺ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τὸ κράτος στὸ θρῆνο γιὰ τὰ θύματα τοῦ πολέμου, δὲν εἶναι καθόλου περίεργο ὅτι οἱ Ἀθηναῖες γυναῖκες καλοδέχτηκαν τὴν εὐκαιρία νὰ πενθήσουν στὰ Ἀδώνια, προκαλώντας ἕτσι ἕνα μεγάλο κύμα στὴ δημοτικότητά του.

Ἀλλὰ ἡ εὐκαιρία γιὰ τὸ πένθος δὲν ἦταν τὸ μοναδικὸ στοιχεῖο ποὺ πρόσφεραν τὰ Ἀδώνια γιὰ τὶς συμμετέχουσες.
Γιὰ τὶς γυναῖκες τῆς Ἀθήνας τὰ Ἀδώνια ἦταν μία εὐκαιρία γιὰ συνεργασία μὲ ἄλλες γυναῖκες, χωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες καὶ χωρὶς ἐπίβλεψη ἀπὸ τοὺς ἄνδρες. Ἦταν ἕνας χῶρος γιὰ καθαρὰ γυναικείους λόγους. Μερικὲς φορές, ἴσως, «ἡ ἀκολασία τῶν γυναικῶν ἔλαμψε», ὅπως ὑπονοοῦσε ὁ Ἀριστοφάνης.
Νομίζω ὅτι εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἑρμηνεύσουμε αὐτὴ τὴν «ἀκολασία», ποὺ ἦταν τόσο δυσάρεστη πάνω στὸν Πρόβουλο, ὡς μία ἐμβρυακὴ πολιτικὴ φωνὴ, μία μικρὴ ἔκφραση δυσαρέσκειας γιὰ ἐκείνους ποὺ κάνουν τὶς πολιτικὲς / στρατιωτικὲς ἀποφάσεις.
Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ γυναῖκες, μὲ τὴν ἀξιοποίηση τοῦ παραδοσιακοῦ τους ρόλου ὡς θρηνήτριες τῆς κοινωνίας, εἶχαν ἀνακαλύψει ἕνα μέσο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν ἕνα πολιτικὸ σχόλιο.
Σίγουρα, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἑρμηνεύσει τὸν στίχο τοῦ Ἀριστοφάνους μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἴσως καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ Πλουτάρχου γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀναχώρηση τῆς δυσοίωνης Σικελικῆς ἐκστρατείας μὲ τὴ συνοδεία τῶν πένθιμων θρῆνων τῶν Ἀδωνίων [66].
Τὸ ἐρώτημα παραμένει, ἐὰν οἱ Ἀθηναῖοι ἄνδρες ἔβρισκαν τὰ Ἀδώνια θορυβῶδη καὶ ἐνοχλητικὰ γιατί τὰ ἀνέχονταν ;

Μποροῦσαν νὰ τὰ ἀνεκτοῦν διότι, πρῶτα ἂπ ‘ὅλα, ἀναγνώρισαν (ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ γυναῖκες) ὅτι ἡ οὐσία τῆς ἑορτῆς ἦταν ὁ θρῆνος καὶ ὅτι αὐτὸ ἦταν παραδοσιακὰ γυναικεῖα ἔδαφος (παρὰ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ κράτους).
Ὡς ἐκ τούτου, θὰ ἦταν ἀπρόθυμοι νὰ ἀρνηθοῦν στὶς γυναῖκες αὐτὸ τὸ ρόλο σὲ ἕνα θρησκευτικὸ περιβάλλον.
Δεδομένου ὅτι οἱ ὁμάδες τῶν γυναικὼν ἦταν μικρές, καὶ οἱ δραστηριότητές τους περιορίζονται στὸ ἀσφαλὲς περιβάλλον τοῦ σπιτιοῦ, οἱ ἄνδρες εἶδαν τὴν ἑορτὴ ὡς ἀκίνδυνη, ἐνοχλητικὴ ἴσως, ἀλλὰ ἐντελῶς ἀβλαβής [67].
Παρόλα αὐτὰ, οἱ Ἀθηναῖες ἦταν σὲ θέση νὰ δημιουργήσουν ἕνα μικρὸ χῶρο θρησκευτικῆς αὐτονομίας, ἀπαλλαγμένες ἀπὸ ἐξωτερικοὺς ἐλέγχους. Στὰ τέλη τοῦ πέμπτου (-) αἰώνα, ἡ αὐτονομία αὐτή ἤδη εἶχε ἑδραιωθεῖ, μποροῦσε νὰ προσφέρει ἕνα τόπο συζήτησης στὸν ὁποῖο μποροῦσαν νὰ ἐκφράζουν τὴν ἀντίθεσή τους στὴν τρέχουσα νοοτροπία τοῦ κράτους γιὰ τὸν πολέμο.
Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ οἱ ἄλλες ἱστορικὰ καταπιεσμένες ὁμάδες εἶχαν ἀνακαλύψει στὴ θρησκεία ἕνα βιώσιμο ὄχημα γιὰ τὴ δημιουργία τῆς δικῆς τους αὐτόνομης κοινότητας, καὶ εἶχαν συνδυάσει μὲ ἐπιτυχία στὴν πραγματικότητα, καταλύματα γιὰ τὴν ἀντίσταση στὴν ἐξουσία.
Δύο παραδείγματα ἀπὸ μία πιὸ σύγχρονη ἐποχή, θὰ βοηθήσουν νὰ ἐπεξηγήσω αὐτὸ τὸ σημεῖο.

Στὰ τέλη τοῦ δέκατου ὄγδοου καὶ δέκατου ἔνατου αἰώνα οἱ γυναῖκες στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ἂν καὶ ὄχι τόσο στερημένες στὸν ἔλεγχο τῆς ζωῆς τους ὅπως οἱ Ἀθηναῖες, ὡστόσο ζοῦσαν τὶς ζωὲς μέσα σὲ αὐστηροὺς περιορισμοὺς, πολιτικά καὶ κοινωνικά. Ἀκριβῶς ὅπως, περίπου ,καὶ στὴν Ἀθήνα, οἱ σχέσεις τους μὲ τοὺς ἄνδρες, τόσο ἐντὸς ὅσο καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σπίτι, ἦταν αὐστηρὰ ἱεραρχικές. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὴν Ἀθήνα, ἡ θρησκεία τοὺς παρεῖχε μιὰ ὁδὸ στὴν ὁποία οἱ γυναῖκες θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπεκτείνουν λίγο τὰ ὅρια περιορισμοῦ τῆς ζωῆς τους.
Οἱ θρησκευτικὲς ὀργανώσεις ἀποτελοῦνταν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ γυναῖκες καὶ θεωροῦνταν μία ἐπιθυμητὴ καὶ ἀσφαλῆ διέξοδο ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, μία ὑποστηρικτικὴ κοινότητα ἴσων πρὸς ἴσων, ἀποτελούμενη ἀπὸ τὶς γυναῖκες.
Οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ σύζυγοι τοῦ δέκατου ἔνατου αἰῶνος εἶδαν τὴ θρησκεία ὡς μία εἰδικὴ δικαιοδοσία τῶν γυναικῶν, ἡ ιδιοσυγκρασία τους τοὺς κατήυθυνε φυσικὰ μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια. Ἀλλὰ γιὰ αὐτὲς τὶς γυναῖκες αὐτὲς οἱ θρησκευτικὲς ἑνώσεις παρεῖχαν ἕνα χῶρο γιὰ τοὺς γυναικείους λόγους, γιὰ τὸ σχηματισμὸ τῶν φιλίων μεταξὺ γυναικῶν καί μερικὲς φορές, μία βάση γιὰ τὴν κοινωνικὴ μεταρρύθμιση.
Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια της Nancy Cott,
― «Οἱ θρησκευτικὲς ἐθελοντικὲς ὀργανώσεις προσέφεραν στὶς γυναῖκες μία κοινότητα συνομηλίκων ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, χωρὶς νὰ παραβιάζουν τὴ ἔννοια τῆς οἰκογένειας.» [68]

[62] Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸν Πλούταρχο (βλέπε παραπάνω) ὅτι οἱ γυναῖκες τῆς Ἀθήνας γιόρταζαν τὰ Ἀδώνια λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν προβλεπόμενη ἡμερομηνία ἐπιβίβασης στὰ πλοῖα, ἡ ὁποία θὰ ἦταν τουλάχιστον ἀρκετοὺς μῆνες μετὰ τὴ συνεδρίαση τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. (Ἡ πραγματικὴ ἐπιβίβαση, ὡστόσο, καθυστέρησε λόγω τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ τῶν Ἐρμαϊκῶν στήλων καὶ τῆς ἔρευνας ποὺ ἀκολούθησε.) [63] Γιὰ συζήτηση πάνω στὴ κατασκευὴ τοῦ ἀρχαίου καὶ τοῦ σύγχρονου θρήνου στὴ Ἑλλάδα, δεῖτε Ἀλεξίου 40-74 . [64] Στὴν Ἀθήνα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς οἱ συνθῆκες τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς κατάστασης μιᾶς γυναικὸς  μποροῦσαν νὰ ἀλλάξουν δραστικὰ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου της, τοῦ πατέρα ἢ τοῦ κηδεμόνα της. [65] Ένα ωραίο παράδειγμα πάνω σ’αυτό ἀπὸ τὸν προ-κλασικὸ κόσμο , ἦταν όταν οι άνδρες είχαν προφανώς τη δυνατότητα να εμφανίσουν τη θλίψη πιο ανοιχτά , είναι η σκηνή από την Ιλιάδα όπου ο Πρίαμος και ο Αχιλλέας μοιράζονται τις λύπες τους και θρηνούν ὁ ένας μαζὶ  με τον άλλο (24,275 – 551). Είναι προφανές, ότι το τελετουργικό δημιουργεί ένα δεσμό μεταξύ των συμμετεχόντων, ενισχύει την αλληλεγγύη, ενισχύει το ηθικό και αποτελεί μια σύνδεση με τους προγόνους [66] Ἡ Eva Keuls (24-25, 391), παίρνει μία πιὸ ριζοσπαστικὴ στάση, βλέποντας τὰ Ἀδώνια ὡς ἐξέγερση ἐνάντια στὴν ἀνδρικὴ ἐξουσία. Ὑπέθεσε μάλιστα ὅτι, ἐπειδὴ τὰ Ἀδώνια ἔδωσαν στὶς γυναῖκες τὴν ἀσυνήθιστη εὐκαιρία νὰ περιπλανώνται στὴ πόλη τὸ βράδυ, ἕτσι εἶναι οἱ βασικοὶ ὕποπτοι γιὰ ἀκρωτηριασμὸ τῶν Ἐρμαϊκῶν στηλῶν τὸ -415. Αὐτὸ δὲν φαίνεται ὅμως πιθανό. Οἱ γυναῖκες δὲν ἐπαναστατοῦσαν, ἐξέφραζαν τὴν ἀντίθεση τους σὲ ἕναν ἐνοχλητικό, ἀλλὰ ὄχι ἀπειλητικὸ τρόπο. Οὔτε ἦταν αὐτοὶ ποὺ περιφέρονταν γύρω ἀπὸ τὴν πόλη. Ἑόρταζαν μέσα στὶς γειτονιές τους καὶ στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν τους. [67] Εἶναι πιθανὸ ὅτι τὰ Ἀδώνια διεισδύσαν στὴν Ἀθήνα σταδιακὰ-κατὰ πάσα πιθανότητα στὰ τέλη τοῦ -6ου αἰώνα, ἀρχὲς -5ου. Ἐὰν εἶχαν εἰσαχθεῖ στὰ τέλη τοῦ 5ου αἰώνα, μὲ ὅσες φανφάρες καὶ ἄν εἶχαν, ὅπως ἡ λατρεία τῆς Βένδιδος, τότε ἴσως ἡ ἀθηναϊκὴ ἀντίδραση νὰ ἦταν πολὺ διαφορετική. Τὸ κράτος-δηλαδὴ οἱ ἄνδρες τῶν Ἀθηνῶν θὰ εἶχαν ἐπιμείνει γιὰ τὴν ἐποπτεία τους. Γιὰ περαιτέρω συζήτηση πάνω στὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση ὁρισμένων ξένων λατρειῶν, βλέπε Σὶμς (1985). [68] Cott 15

Ἡ θρησκεία ἔπαιξε τὸν ἴδιο ρόλο στὴν παράδοση τῶν Ἀφρικανῶν σκλάβων στὶς προπολεμικὲς Ἡνωμένες Πολιτεῖες. Οἱ νέγροι σκλάβοι ἐνέκριναν τὴ θρησκεία τῶν καταπιεστῶν τους διότι τοὺς παρεῖχε ὄχι μόνο τὴν ὑπόσχεση μίας καλύτερης ζωῆς, ἀλλὰ στὸ ἑξῆς καὶ τὴν ἀδελφότητα τῆς κοινότητας σὲ αὐτὴ τὴ ζωή.
Οἱ λευκοὶ εἶδαν τοὺς σκλάβους νὰ εἰσέρχονται στὴν θρησκεία τῶν κυρίων τους καὶ νὰ τὴν ἀποδέχονται ὡς δική τους, καὶ πίστευαν ὅτι αὐτὸ θὰ τοὺς ἔκανε πιὸ ὑπάκουους.
Γιὰ τοὺς σκλάβους, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ θρησκευτική τους συνάντηση ἦταν ἕνας ἠμι-αὐτόνομος χῶρος στὸν ὁποῖο θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναπτύξουν μία αἴσθηση τῆς ἀτομικῆς ἀξίας, τῆς ἀλληλεγγύης μὲ τοὺς ἄλλους σκλάβους, καὶ ἴσως ἀκόμη καὶ ὁ τόπος ὅπου θὰ σκέφτονταν καὶ θὰ μιλοῦσαν γιὰ ἐξέγερση.
Οἱ λευκοί ἦταν σπάνια παρόντες καὶ οἱ σκλάβοι ἦταν ἐλεύθεροι νὰ συζητοῦν, αὐτοσχεδιάζοντας ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τῆς ζωῆς τους (ἡ ὁποία διέφερε σημαντικὰ ἀπὸ ἐκεῖνες τῶν κυρίων τους),

Οἱ συγκρίσεις βέβαια δὲν εἶναι τέλειες.
Οἱ Ἀφρικανοὶ σκλάβοι ἦταν πιὸ καταπιεσμένοι ἀπὸ τὶς γυναῖκες τῆς κλασικῆς Ἀθήνας, καὶ οἱ γυναῖκες τοῦ δέκατου ὄγδοου καὶ δέκατου ἔνατου αἰῶνος ἦταν λιγότερο.
Ὡστόσο, καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις οἱ ὁμάδες βρῆκαν στὴ θρησκεία ἕνα χῶρο γιὰ τὴ δημιουργία μίας κοινότητας γιὰ τὸν ἑαυτό τους.
Ἐν κατακλείδι, θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσουμε τὰ Ἀδώνια ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ζωῆς τῶν γυναικῶν στὴν κλασικὴ Ἀθήνα, ἂν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ νόημά τους.
Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὴν ἀποτίμηση τοῦ πλαίσιου τους πάνω μύθο, καὶ τὶς γυναῖκες ποὺ συμμετεῖχαν ὑπὸ τὸ βλέμμα τῶν ἀνδρῶν παρατηρητῶν τους.

Ὁ Ἄδωνις πεθαίνει ;     Οἱ Γυναῖκες κλαῖνε.

Ἦταν ὁ τελετουργικὸς θρῆνος, ὄχι ὁ μύθος ἤ οἱ μύθοι ποὺ ἀπευθύνονταν στὶς γυναῖκες.
Ἀνταποκρίθηκαν ὄχι μόνο ἐπειδὴ τὰ Ἀδώνια καθρεφτίζαν τὶς παραδοσιακὲς ταφικὲς δραστηριότητες τους, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ εὐκαιρίες γιὰ ἀπὸ κοινοῦ θρῆνο, γιὰ πένθος μαζὶ μὲ ἀλλες ποὺ μοιράζονταν τὶς ἀπώλειες τους, μοιράζονταν τὴ θλίψη τους γιὰ τὸ θάνατο τῶν υιῶν, τῶν ἀδελφῶν, τῶν συζύγων, τῶν ἐραστῶν τους, θύματα τῶν ἰθυνόντων τοῦ πολέμου.

Καί, δεδομένου ὅτι θρηνοῦσαν στὰ Ἀδώνια, οἱ Ἀθηναῖες δημιουργοῦσαν ταυτόχρονα ἕνα χῶρο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἕνα χῶρο χωρὶς τὴν ἐποπτεία τοῦ ἀρσενικοῦ, στὸν ὁποῖο θὰ συνδέονταν ἐλεύθερα μὲ τὶς ἄλλες γυναῖκες, μὲ τοὺς δικούς τους ὅρους καὶ μὲ τὴ δική τους φωνή.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :

 
Πλούταρχος, Ἀλκιβιάδης, Νικίας
Αριστοφάνης Λυσιστράτη
Σοφοκλέους Ἀντιγόνη
Ἀθηναίος
Σαπφῶ
Θεόκριτος 15
Aleshire, Sara B. 1994." Towards a Definition of State Cult' for Ancient Athens" in R.
Hagg, Ancient Greek Cult Practicefroin the Epigraphical Evidence. Stockholm: 9-16.
Alexiou, Margaret. 1974. The Ritual Lament in Greek Tradition. Cambridge.
Atallah, Wahib. 1966. Adonis dans to litterature et fart grecs. Paris. Baslez, M.-F. 1986. "Cultes et devotions des Pheniciens en Grece: les
divinites marines," in C. Bonnet, E. Lipinski, and P. Marchetti, eds. Studia
Phoenicia IV. Religio Phoenicia. Namur: 289-305.
Baudy, Gerhard J. 1986. Adonisgarten: Studien zur antiken Saviensymbolik. Frankfurt.
Burkert, Walter. 1979. Structure and History in Greek Mythology and Ritual. Berkeley.
1985. Greek Religion. Trans. John Rattan. Cambridge.
Cook, J. M. 1967. Review of Atallah. CR 17: 77-9.
Cott, Nancy F. 1977. The Bonds of Womanhood.
Detienne, Marcel. 1994. The Gardens of Adonis: Spices in Greek Mythology. Janet
Lloyd. Princeton. French ed. 1972.
Deubner, Ludwig. 1932. Attische Feste. Berlin.
Edwards, Charles. 1984. "Aphrodite on a Ladder." Hesperia 53: 59-72. Frazer, James G.
1961 (c. 1906). Adonis, Allis, Osiris (Part IV of The Golden Bough). New York.
Garland, Robert. 1985. The Greek Way of Death. Ithaca.
1989. "The Well-Ordered Corpse: An Investigation into the Motives Behind Greek Funerary Legislation." BICS 36: 1-15.
1992. Introducing New Gods: Tire Politics of Athenian Religion. Ithaca. Genovese,
Eugene. 1972. Roll, Jordan, Roll: The World the Slaves Made. New York.
Hauser, F. 1909. "Aristophanes and Vasenbilder." Oesterreichischen Archdologisches Instilut in Wien. 12: 80-100.
Holst-Warhaft, Gail. 1992. Dangerous Voices: Women's Laments and Greek Literature. New York.
Humphreys, S. C. 1993. The Family, Women and Death. 2nd ed. Ann Arbor.
Jacoby, F. 1944."Genesia: A Forgotten Festival of the Dead." CQ 38: 65-75.
Jameson, Michael. 1990. "Private Spaces and the Greek City," In The Greek City. O. Murray and S. Price, eds. Oxford.
Keuls, Eva. 1985. The Reign of the Phallus: Sexual Politics in Ancient Athens. Berkeley.
Kirk, G. S. 1974. The Nature of Greek Myths. New York.
Lambrechts, P. 1955. "La ressuraction d'Adonis," in Melanges 1. Levy. Brussels: 207-240.
Loraux, Nicole. 1986. The Invention of Athens: The Funeral Oration in the Classical City. Cambridge.
Metzger, Henri. 1951. Les representations daps la cftaniique antique du Wsi&le. Paris.
Mikalson, Jon D. 1982. "The Heorte of Heortology." GRBS 23: 213-21.
Parker, Robert. 1996. Athenian Religion. A History. Oxford.
Reed, Joseph D. 1995."The Sexuality of Adonis." CA 14: 317-46. Ribichini, Sergio. 1981. Adonis: aspetti "orientali" di mito greco. Rome.
Richter, G. M. A. 1936. Red-Figured Athenian Vases in the
Metropolitan Museum. New Haven.
Segal, Robert A. 1991. "Adonis: A Greek Eternal Child," in Myth and the polls. D. C. Pozzi and J. M. Wickersham, eds. Ithaca.
Simms, Ronda R. 1985. Foreign Religious Cults in Athens in the Fifth and Fourth Centuries B.C. Diss. University of Virginia.
1988. "The Cult of the Thracian Goddess Bendis in Athens and Attica." A W 18: 59-76.
1989. "Isis in Classical Athens." C1 84: 216-21.
Simon, Erika. 1972. "Aphrodite and Adonis-eine neuerworbene Pyxis in Wiirzburg.
Antike Kunst 15: 20-26.
Soyez, Brigitte Servals. 1981. "Adonis." Lexicon lconographicurn Mythologise Classicae. Vol. 1 pt. 1: 222-29.
Staal, Frits. 1979. "The Meaninglessness of Ritual." Nionen 26: 2-22. Stehle, Eva. 1990.
Sappho's Gaze: Fantasies of a Goddess and Young Man," Differences 2: 88-125.
Vernant, Jean-Pierre. 1993. Introduction to Marcel Detienne, The Gardens of Adonis: Spices in Greek Mythology. Princeton.
Versnel, H.S. 1990. "What's Sauce for the Goose is Sauce for the Gander: Myth and Ritual, Old and New," In Approaches to Greek Myth. Lowell Edmunds, ed. Baltimore.
Weill, Nicole. 1966. "Adoniazusai ou les femmes sur le toil." RCH 90: 664-98.
Winkler, John, 1990. The Constraints of Desire: The Anthropology of Sex and Gender in Ancient Greece. New York.

Ἡ Ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ οἱ Ἐθνικὲς ὑποχρεώσεις

95

Ὁ Ζεὺς Ἑρκεῖος, ὁ Ζεὺς Κτήσιος, ὁ Ἀπόλλων Ἀγυιεὺς, καὶ ἡ θεὰ Ἑστία ποὺ  λατρεύονταν ἀπὸ μιὰ οἰκογένεια, ἡ λατρεία αὐτὴ καθ’αυτὴ ἀφοροῦσε μόνον αὐτὴ  τὴν οἰκογένεια. Ἔτσι λοιπὸν, τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ γιὰ τοὺς δημῶτες  τῆς Ἐρχιᾶς ποὺ  θυσίαζαν καὶ λάμβαναν τὰ ὀφέλη ἀπὸ τὶς θεότητες τους στὰ ἱερά τους.

Οἱ Ἀθηναῖοι, ὡς μία ὁμάδα ἦταν , σὰν ἕναν οἶκο ἢ ἕναν δῆμο, μιὰ  πολὺ ἐκτεταμένη γενεαλογικὴ ὁμάδα, ποὺ ὅλοι κατάγονταν ἀπὸ τὸν  Ἐρεχθέα (γεννημένος ἀπὸ τὴ γῆ), καὶ οἱ λατρεῖες καὶ θεότητες τῆς πόλεως-κράτους τους ἀναμενόταν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ δικὰ τους συμφέροντα, καὶ μὲ τὴ σειρά τους νὰ ἐξυπηρετηθοῦν ἀπὸ αὐτές μόνο τὰ μέλη τῆς ἐν λόγω ἐκτεταμένης γενεαλογικῆς ὁμάδος.

Ἕνας Σπαρτιάτης ποὺ ἐπισκεπτόταν τὴν Ἀθήνα γιὰ λίγες ἡμέρες σὲ μία διπλωματικὴ ἀποστολὴ δὲν θὰ εἶχε κανένα δικαίωμα ἢ συμφέρον νὰ θυσιάσει σὲ μία ἀθηναϊκὴ θεότητα, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὴ ἡ θεότητα εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὴ  θεότητα ποὺ λάτρευε στὸ σπίτι.

Πάρα πολλοὶ πλούσιοι καὶ ταλαντούχοι μὴ Ἀθηναῖοι ποὺ διέμεναν καὶ ἐργάζονταν στὴν Ἀθήνα τὸν πέμπτο καὶ τέταρτο αἰώνα, ἦταν πολίτες ἄλλων ἑλληνικῶν πόλεων-κρατῶν, καὶ γι αὐτὸ τὸ λόγο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλείονται, σὲ μεγάλο βαθμὸ, ἀπὸ τὶς Ἀθηναϊκὲς θρησκευτικὲς λατρεῖες καὶ λατρευτικὲς πρακτικὲς.

Θὰ μποροῦσαν ὡστόσο νὰ μυηθοῦν στὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια. Στοὺς ἀλλοδαποὺς κάτοικους εἶχαν δοθεῖ εἰδικοί ὁριοθετημένοι ρόλοι στὴν πομπὴ τῶν Παναθηναίων καὶ σὲ μερικές ἄλλες ἑορτές, ἐπίσης θὰ μποροῦσαν περιστασιακὰ νὰ κάνουν ἀφιερώσεις καὶ ἀναθήματα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὶς Ἀθηναϊκὲς θεότητες.

Ἀλλά πέρα ἀπὸ αὐτό ἦταν, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἀπλοὶ θεατὲς στὶς πάρα πολλὲς ἀθηναϊκὲς ἑορτὲς καὶ θυσίες.

Ἦταν,  ὅπως καὶ οἱ δοῦλοι, δὲν ἦταν μέρος τῆς ἀθηναϊκῆς «οἰκογένειας» καὶ δὲν εἶχαν κάποιο σημαντικὸ ρόλο γιὰ νὰ παίξουν στὴν ἀθηναϊκὴ λατρεία.

Ἡ Ἀθηναϊκὴ πολιτειακὴ λατρεία ἦταν γιὰ τοὺς Ἀθηναίους καὶ μόνον.

Κατὰ τὴν κλασικὴ περίοδο κάθε ἑλληνικὴ πόλη-κράτος, ὅπως ἡ Ἀθήνα, ἀσκοῦσαν τὴν ἴδια ἀποκλειστικότητα τῆς δικῆς του θρησκευτικῆς ζωῆς, καὶ ὁ καθένας εἶχε, σὲ διαφορετικὸ βαθμό, τὸ δικὸ του πάνθεον τῶν θεοτήτων, τοὺς δικοὺς τους μύθους του, καὶ τὸ δικό του σχεδιασμὸ στὶς θυσίες καὶ τὶς ἑορτὲς. Ἀκόμα καὶ ἑορτὲς μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα, ὅπως τὰ Θεσμοφόρια μπορεῖ νὰ διέφεραν σημαντικὰ στὴν τελετουργία ἀπὸ πόλη σὲ πόλη.

Ἡ συλλογὴ τῶν θεοτήτων μιᾶς πόλεως, οἱ μύθοι, οἱ θυσίες, καὶ οἱ ἑορτὲς, συνέβαλαν στὴν ἰδιαιτερότητα αὐτῆς  καὶ προέβαλλαν τὴν ἐθνική ταυτότητα της σὲ σύγκριση μὲ ἐκείνης τῶν ἄλλων πόλεων-κρατῶν.

Ἀλλά, περιέργως, εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας καμμία πόλη-κράτος δὲν ἰσχυρίζονταν ὅτι τὸ δικὸ της θρησκευτικὸ σύστημα ἤ οἱ θεότητες ἦταν ἀνώτερα ἢ πιὸ ἀποτελεσματικὰ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλα τῶν ἄλλων πόλεων-κρατῶν ἢ ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἐκείνα τὰ θρησκευτικὰ συστήματα , λατρείες ἤ θεότητες σὲ πόλεις ἤ χῶρες ποὺ δὲν ἦταν ἑλληνικές.

Οἱ Ἀθηναῖοι λάτρευαν τοὺς δικούς του θεούς τους, ἀλλὰ τὸ νὰ δείξουν ἀσέβεια σὲ κάθε ἄλλο θεὸ – στὴν Ἑλλάδα ἢ ἀλλοῦ – ἢ τὸ νὰ ληστέψουν ἢ νὰ βεβηλώσουν τὰ ἱερά τῶν ἄλλων  ἦταν ἐπικίνδυνο καὶ μποροῦσε κάλλιστα νὰ φέρει τὴν οργὴ  τοῦ θεοῦ.

Οἱ Ἀθηναῖοι λάτρευαν ἐνεργὰ τοὺς δικοὺς τους θεούς, ἀλλὰ μὲ σεβασμὸ δέχονταν τὴν λατρεία τῶν ἄλλων θεῶν ἤ θεοτήτων  ὀπουδήποτε στὸν κόσμο, ἀπὸ ἄλλους Ἑλληνες ἤ μὴ-Ἕλληνες πολίτες.

Στὸ ἐσωτερικὸ μιὰς  πόλης–κράτους τὸ θρησκευτικὸ σύστημα  συνέβαλε ἐπίσης σημαντικὰ γιὰ τὴν διαμόρφωση τῆς εἰκόνας τοῦ ἐν λόγω κράτους γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὰ ἔθιμά του καὶ πολιτικοὺς θεσμούς. Οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ὑπερήφανοι ποὺ ἦταν αὐτόχθονες, δηλαδή, τὸ ὅτι εἶχαν γεννηθεῖ  ἀπὸ τὴ γῆ τῆς Ἀττικῆς τὴν ἴδια. Ἡ ἴδια ἡ γῆ, ἰσχυρίζονταν, ὅτι ἦταν κυριολεκτικὰ ἡ μητέρα τους, καί, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς περισσότερους Ἕλληνες, εἶχαν ζήσει στὴν ἴδια γῆ ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ προγόνου τους, τοῦ Ἐρεχθέα.

Ὁ μύθος καταγράφει ἐπίσης ὅτι ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι προέρχονται ἀπὸ μία ὁμογενῆ οἰκογένεια, τοὺς Ἐρεχθεῖδες ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸν Ἐρεχθέα καὶ ἦταν τελικὰ, ἄν ὅχι παιδιὰ ἀπευθείας  τῆς ἴδιας τῆς Ἀθηνᾶς ,τουλάχιστον ἦταν τὰ παιδιὰ τοῦ ἀγαπημένου υἱοθετημένου γυιοῦ της.

Μερικὲς μεμονωμένες οἰκογένειες μπορεῖ νὰ ἦταν πιὸ πολὺ κοινωνικά, οἰκονομικά, καὶ πολιτικὰ ἐπιφανεῖς, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τότε ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι ἄνηκαν στὴν ἴδια εὐρύτερη οἰκογένεια καί, ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅτι ἦταν ὅλοι ἴσοι, οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν, ἔκλιναν πρὸς τὴ δημοκρατικὴ διακυβέρνηση τῆς πόλεως τους.

Ὅμως, μέσα σὲ αὐτὴ τὴν δημοκρατικὴ οἰκογένεια οἱ μόνοι πραγματικοὶ πολίτες τῆς Ἀθήνας, τὰ μόνο πλήρη μέλη τῆς οἰκογένειας, ἦταν οἱ ἀπόγονοί του Ἐρεχθέως στὴν ἀνδρικὴ ρανίδα. Ἕνα ἀγόρι ποὺ εἶχε γεννηθεῖ ἀπὸ ἕναν Ἀθηναῖο πατέρα καὶ μία ξένη μητέρα, ἀπὸ ἄλλη ἑλληνικὴ πόλη, θὰ γινόταν Ἀθηναῖος πολίτης. Ἕνας γιὸς μιὰς ἀθηναίας μητέρας καὶ ἑνὸς ξένου πατέρα  δὲν θὰ γινόταν. Μόνο ὁ Περικλῆς ὕστερα απὸ δικὴ του νομοθεσία, τὸ -451/0, τροποποίησε  τὸ νόμο γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἰθαγένειας ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ δύο Ἀθηναίους γονεῖς. Οἱ Ἄρρενες εἶχαν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν στὶς νομοθετικὲς καὶ διοικητικὲς θέσεις, τὰ νόμιμα δικαιώματα νὰ κατέχουν ἰδιοκτησία καὶ νὰ συμμετέχουν προσωπικὰ στὸ δικαστικὸ σύστημα, καθὼς καὶ τὸ κοινωνικὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα στὴ δική τους χώρα.

Οἱ διαιρέσεις μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἀποτυπώνονταν καί, κατὰ μία ἔννοια, ἐπικυρώνονταν καὶ ἐνισχύονταν ἀπὸ τοὺς ἀθηναϊκοὺς θρησκευτικοὺς θεσμούς. Ἐκτός ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι μία οἰκογένεια, ἡ Ἀθήνα ἦταν ἀκόμα, στὸ πέμπτο αἰώνα, μιὰ κοινωνία ποὺ ἔπρεπε νὰ κατέχει ἕναν δυνατὸ στρατό, ποὺ ὅλοι οἱ ἄρρενες ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσουν, ὅπως ἀπαιτοῦνταν, ἀπὸ τὶς ἡλικίες 18 ἕως 60, στὸ στρατό, στὸ ναυτικό, ἢ στὸ ἱππικό τῆς πόλεως-κράτους.

Αὐτὸ τὸ βλέπουμε νὰ ἀντανακλᾶται στὸν Ἐφηβικὸ Ὅρκο:

— ΟΡΚΟΣ — Οὐκ αἰσχυνῶ τὰ ἱερὰ ὅπλα, οὐδὲ λείψω τὸν

παραστάτην ὅπου ἂν στοιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ

ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ οὐκ ἐλάττω παραδώσω τὴν πατρίδα,

πλείω δὲ καὶ ἀρείω κατά τε ἐμαυτὸν καὶ μετὰ ἁπάντων,

καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως. καὶ τῶν

θεσμῶν τῶν ἱδρυμένων καὶ οὓς ἂν τὸ λοιπὸν ἱδρύσωνται

ἐμφρόνως· ἐὰν δέ τις ἀναιρεῖ, οὐκ ἐπιτρέψω κατά τε

ἐμαυτὸν καὶ μετὰ πάντων, καὶ τιμήσω ἱερὰ τὰ πάτρια.

ἵστορες θεοὶ Ἄγραυλος, Ἑστία, Ἐνυώ, Ἐνυάλιος, Ἄρης καὶ

Ἀθηνᾶ Ἀρεία, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη, Ἡρακλῆς,

ὅροι τῆς πατρίδος, πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ…>

ΑΠΟΔΩΣΗ

«Δὲν θὰ καταισχύνω τὰ ὄπλα τὰ ἱερά, καὶ δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τὸν πλησίον μου ἱστάμενον, μὲ οἱονδήποτε καὶ ἂν ταχθῶ εἰς τὴν γραμμήν· θὰ ἀμυνθῶ δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ τῶν ἄλλων· τὴν πατρίδα δὲ δὲν θὰ παραδώσω μικροτέραν, ἀλλὰ μεγαλυτέραν καὶ κραταιοτέραν ἀπὸ ὅσην ἤθελον παραλάβει. Καὶ προθύμως θὰ ὑπακούω εἰς τοὺς ἑκάστοτε δικάζοντας καὶ θὰ πολιτεύομαι συμφώνως πρὸς τοὺς καθιερωμένους πολιτικοὺς θεσμοὺς καὶ πρὸς ὅσους ἄλλους ἤθελε τυχὸν ἡ κοινή του λαοῦ ἀπόφασις καθιερώσει. Καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἢν ἤθελε τὶς ἀποπειραθῆ νὰ καταλύση τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς ἢ νὰ ἀντιδρᾶ πρὸς αὐτούς, δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψω, θὰ ἀμυνθῶ δὲ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ μόνος καὶ μετὰ τῶν ἄλλων. Καὶ θὰ ἀποδώσω τὴν προσήκουσαν τιμὴν εἰς τὰ ὑπὸ τῶν πατέρων παραδιδόμενα ἱερά. Μάρτυρες τούτων ἔστωσαν ἡ Ἄγλαυρος, ὁ Ἐνυάλιος, ὁ Ζεύς, ἡ Αὐξῶ, ἡ Θαλλῶ, ἡ Ἠγεμόνη ὁ Ἡρακλῆς, τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος, τὸ σιτάρι, τὸ κριθάρι, τ΄ἀμπέλια, τὰ ἐλαιόδεντρα, καὶ συκόδενδρα ».

καί, φυσικά, στὴ φύση τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδος, ποὺ ἦταν ἡ προστάτιδα τῆς πόλεως, καὶ ἀνανακλᾶται στὰ Παναθήναιά της.

Οἱ περισσότερες ἐπιδείξεις ἀπὸ τοὺς διαγωνισμοὺς  τῶν Ἀθηναίων σὲ αὐτὴ τὴν ἑορτή,  παρουσίαζαν  τὶς στρατιωτικές ἱκανότητες, χοροὺς μὲ πανοπλία, ἀσκήσεις ἱππικοῦ, καὶ λοιπά τέτοια, καὶ ἡ Ἀθηναϊκὴ νεολαία στὰ τμήματα τῶν νεανίδων εἶχε ἐκπαιδευτεῖ σὲ αὐτὰ καὶ οἱ νέοι ἄνδρες στὰ ἀνώτερα τμήματα ἄρχιζαν νὰ παρουσιάζουν τὶς ἱκανότητές τους.

Παρόμοιες δραστηριότητες, ὅπως οἱ ἱστιοδρομίες πρὸς τιμὴν τοῦ Ποσειδῶνος στὸ Σούνιο ἢ οἱ διαγωνισμοί στὴν ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Θησέως, προωθοῦσαν καὶ παρουσίαζαν τὶς  στρατιωτικὲς γνώσεις. Ἡ Ἀκρόπολη, τὸ ἱερό τῆς Ἀθηνᾶς, ἦταν γεμάτο μὲ ἀφιερώσεις ποὺ πανηγύριζαν ἀθηναϊκὲς νίκες ἔναντι ἄλλων Ἑλλήνων ἤ ξένων ἐχθρῶν.

Σὲ ἄλλες δραστηριότητες, ἡ ἀξία τῆς στρατιωτικῆς πλευρᾶς τῆς ἀθηναϊκῆς ζωῆς τονιζόταν ἐπίσης. Οἱ ἔφηβοι ἐπισκέπτονταν τοὺς τύμβους καὶ ἔκαναν προσφορὲς στοὺς νεκροὺς τοῦ πολέμου καὶ στοὺς ἥρωες τῶν μεγάλων ἀθηναϊκῶν στρατιωτικῶν νικῶν, ἀκόμα καὶ στὰ Διονύσια ἐν Ἄστει, μὲ τὶς κωμωδίες καὶ τὶς τραγωδίες, οἱ Ἀθηναῖοι ὀργάνωναν μία πομπή νέων μὲ πανοπλίες, οἱ ὁποῖοι  ἦταν τὰ ὀρφανά τῶν νεκρῶν στρατιωτῶν ποὺ μεγάλωναν μὲ ἔξοδα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κράτους-πόλεως.

Οἱ δραστηριότητες τῶν γυναικῶν ἐπικεντρώνονταν στὴν τεκνοποίηση καὶ στὴ διατροφὴ τῶν παιδιῶν, οἱ ἑορτὲς τῆς Ἀρτέμιδος καὶ τῆς Δήμητρος τόνιζαν αὐτοὺς τοὺς ρόλους, συνήθως μὲ τὸν ἀποκλεισμό τῶν ἀνδρῶν.

Οἱ γυναῖκες ἦταν ἐξάλλου ποὺ ἔτειναν στὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης καὶ τῆς Ἥρας Τελείας (τοῦ γάμου).

Οἱ Ἑλληνίδες συνέβαλαν στὴν οἰκονομία τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὴν ὕφανση, ἔτσι καὶ στὴν Ἀθήνα, οἱ τέσσαρες ἀρρηφόροι ἔπλεκαν τὸ πέπλο γιὰ τὴν προστάτιδα τῆς πόλης. Στὴ ζωφόρο τοῦ Παρθενῶνος ποὺ παρουσιάζει τὴν πομπὴ τῶν Παναθηναίων, ὑπάρχουν οἱ νεαροὶ ἄνδρες ἱππεῖς ποὺ φέρουν δόρατα, καὶ οἱ νεαρὲς γυναῖκες μεταφέρουν καλάθια μὲ τὰ ἱερὰ γιὰ τὴ θυσία.

Οἱ ἑκατὸ νεαρὲς γυναῖκες ποὺ μεταφέρουν τὰ καλάθια, ἐνδεδυμένες μὲ ὡραῖα ροῦχα καὶ  κοσμήματά, προσθέτουν τὸ κάλλος στὴ πομπή.

Οἱ νεαροὶ ἄνδρες προωθοῦν τὴν στρατιωτικὴ ὑποχρέωση.

Αὐτὰ καὶ ἄλλα τμήματα δραστηριοτήτων μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἐνέπνεαν τὸν τομέα τῆς νεολαίας ἀπὸ τὸ συνολικὸ  πρόγραμμα τῶν ἀθηναϊκῶν θρησκευτικῶν δραστηριοτήτων.

Ἡ θρησκεία προσέφερε ἐπίσης ὑποστήριξη στὸ πολιτικὸ ἱστὸ τῶν Ἀθηνῶν. Ἕνας Ἀθηναῖος ὁ ὁποῖος, ὡς ἐνήλικας, ἤθελε νὰ γίνει ἄρχοντας, ὑποβάλονταν, μπροστὰ στοὺς ἐκπροσώπους τῆς βουλῆς, στὰ ἀκόλουθα ἐρωτήματα:

«Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας σου, καὶ ἀπὸ ποιούς δήμους κατάγεται ; »

«Ποιὸς εἶναι ὁ παπποὺς σου ; »

« Ποιὰ εἶναι ἡ μητέρα σου ;»

«Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας της, καὶ ἀπὸ ποιοὺς δήμους κατάγεται ;»

«Λατρεύεις τὸν Ἀπόλλωνα Πατρῶο, τὸν Ζεῦ Ἕρκειο, καὶ ποῦ εἶναι ἱερά τους;»

«Ἔχετε οἰκογενειακοὺς τάφους, καὶ ποῦ εἶναι;»

«Περιθάλπτεις τοὺς γονεῖς σου καλά καὶ μὲ εὐσέβεια;»

«Πληρώνεις τοὺς φόρους σου;»

«Ἔχεις συμμετάσχει σὲ στρατιωτικὲς  ἐκστρατεῖες;»

Ἡ κάθε ἐρώτηση, εκτὸς ἀπὸ τὶς δύο τελευταῖες εἶχαν ἀπὸ ἕνα θρησκευτικὸ στοιχεῖο. Νόμιμη γέννηση ἀπὸ ἕναν Ἀθηναῖο πολίτη, βεβαιωνόταν καὶ ἐπικυρωνόταν στὴν ἑορτὴ τῶν Ἀπατουρίων, μπροστὰ στὸ βωμὸ τοῦ Διὸς Φρατρίου καὶ τῆς Ἀθηνᾶς Φρατρίας.

Ἡ κατοχὴ ἱεροῦ τοῦ Διὸς Ἑρκείου διαβεβαίωνε μία μόνιμη κατοικία στὴν Ἀθήνα.

Οἱ Τάφοι ἦταν ἀπόδειξη τῆς κατάλληλης φροντίδας τῶν νεκρῶν.

Καὶ ἡ περίθαλψη τῶν γονέων, εἶχε ἕνα θρησκευτικὸ στοιχεῖο ἐπικύρωσης.

Ὁ Ἀπόλλων Πατρῶος, μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἐρωτηματολόγιο,  εἰσάγει μία νέα πτυχὴ τοῦ προσώπου τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας. Δὲν ἦταν ἀνάμεσα στοὺς ἀρχαίους προγονικοὺς προστάτες τῆς Ἀθήνας, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ, ὁ Ποσειδώνας, καὶ ὁ Ἥφαιστος, ἀλλὰ τελικὰ τοῦ δόθηκε μία σημαντικὴ θέση στὴ γενεαλογία τῶν Ἀθηναίων καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Οἱ Ἴωνες, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ αὐτοὺς, εἶχαν δημιουργήσει ἀποικίες στὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Ὁ μύθος ποὺ κάνει τὸν θεὸ Ἀπόλλωνα προστάτη στοὺς Ἀθηναίους δραματοποιήθηκε σὲ ἕνα ἔργο τοῦ Εὐριπίδη, τὸν Ἴων, ἕνα ἔργο ποὺ θὰ πρέπει νὰ διαβαστεῖ στὸ σύνολό του, τόσο γιὰ τὴ συναρπαστικὴ πλοκή του οσο καὶ γιὰ τὸ τί ἀποκαλύπτει γιὰ τὸν πρώϊμο Ἀθηναϊκὸ μύθο.

Σὲ μιὰ πολὺ περιληπτικὴ μορφὴ τοῦ μύθου ,ὁ  Ἀπόλλων τῶν Δελφῶν, ὅπως περιγράφει ὁ Εὐριπίδης,  ἄφησε ἔγκυο διὰ τῆς βίας τὴν Κρέουσα, τὴν κόρη τοῦ Ἐρεχθέα. Ἐκείνη ὅταν γέννησε    ἐγκατέλειψε τὸ παιδί σὲ μία σπηλιὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ὁ Ἀπόλλωνας ἔφερε τὸ παιδὶ στοὺς Δελφοὺς καὶ τὸ τοποθέτησε στὴν ὑπηρεσία τοῦ ναοῦ. Τὸ ἀγόρι, ὁ Ἰων, τελικὰ ἀνακαλύφθηκε ἀπὸ τὴ μητέρα του καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα, ὅπου θὰ γινόταν  βασιλιάς.

Ὁ Ἴων, γίνεται ὁ ἐπώνυμος ἥρωας γιὰ ὅλους τους Ἴωνες, συμπεριλαμβανομένων τῶν Ἀθηναίων, καὶ οἱ τέσσερις γιοὶ του νὰ γίνουν οἱ ἐπώνυμοι ἥρωες τῶν τεσσάρων φυλῶν, χαρακτηριστικὸ τοῦ λαοῦ τῶν  Ἰώνων.

Ὁ Ἀπόλλων εἶναι ἐπομένως, ὅπως ίσχυρίζεται ἡ ἀρχικὴ πηγή, μέσω τοῦ Ἴωνος καὶ τῶν γυιῶν του, ἀπὸ τὴν πρὸ-Κλεισθενικὴ, τῶν τεσσάρων φυλῶν, δομὴ τῶν  Ἀθηναίων ἀρρένων πολιτῶν, ἔτσι τὸν ἕκτο αἰώνα, ἕνας Ἀθηναῖος θὰ εἶναι ἕνας Ἐρεχθεύς μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὸν Ἐρεχθέα, ἀλλά, ἂς ποῦμε, ἕνα μέλος ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Γελέοντος ἀπόγονος τοῦ παιδιοῦ τοῦ Ἴωνος (Γελέων).

Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ Ἀπόλλων Πύθιος τῶν Δελφῶν ἦταν Πατρῶος, Προγονικὸς δηλαδὴ θεὸς στοὺς Ἀθηναίους, ἀλλὰ καί μέσω ἑνὸς δικοῦ τους, τοῦ Ἴωνος, οἱ Ἀθηναῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ διεκδικήσουν κάποια τουλάχιστον μυθικὴ αὐθεντία ἐπὶ τῶν ἀποικιῶν τῶν Ἰώνων στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἔτσι, κάθε Ἀθηναῖος πολίτης ἔπρεπε νὰ ἦταν σὲ θέση νὰ ἀποδείξει τὴ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνα Πατρώου τιμῶντας τὶς προγονικὲς του ρίζες. Ἡ πόλις κράτος, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε τὴν ἐθνικὴ λατρεία τῆς Ἑστίας, ἔτσι εἶχε καὶ ἕνα κρατικὸ πολιτειακὸ  ἱερὸ γιὰ τὸν Ἀπόλλωνα Πατρῶο στὴν Ἀγορά τῶν Ἀθηνῶν.

Στὴν Ἀθήνα, οἱ τέσσερις φυλὲς τῶν Ἰώνων, ἐπισκιάσθηκαν  σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τῶν δέκα φυλῶν, λόγω τῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης, ἀπὸ τὸν Κλεισθένη.

Σὲ ἕνα σύστημα περιφερειακῶν καὶ ἀναλογικῶν ἐκπροσώπων, ὁ κάθε δῆμος εἶχε ἀνατεθεῖ σὲ μία ἐκ αὐτῶν τῶν νέων φυλῶν. Οἱ φυλὲς ἔγιναν οἱ βασικὲς πολιτικὲς καὶ στρατιωτικὲς μονάδες τῆς Ἀθήνας, μὲ κάθε φυλὴ  ν’ἀποστέλει  πενήντα μέλη γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν στὴ Βουλὴ  καὶ μὲ τὸ στρατὸ ὀργανωμένο σὲ φυλετικὲς μονάδες.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς διαγωνισμοὺς στὶς ἑορτὲς, ὅπως αὐτὸς τῶν διθυράμβων στὸ Διονυσία ἐν Ἄστει, τῶν ἱστιοδρομιῶν στὸ Σούνιο, καὶ ἀρκετῶν ἄλλων στὰ Παναθηναῖα, ἦταν ἀγῶνες μεταξὺ αὐτῶν τῶν φυλῶν.

Σημαντικὸ καὶ μὲ θρησκευτικοὺς ὅρους ἦταν τὸ πῶς ἡ κάθε φυλὴ εἶχε προσδιορισθεῖ,  ὅπως ἀπὸ τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν, ἕνας προϋπάρχων ἀττικὸς ἥρωας εἶχε συστηθεῖ  ὡς ἕνας ἐπώνυμος ἥρωάς του, ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, μιὰ φυλὴ εἶχε πάρει τὸ ὄνομά του Αἰγέα, τοῦ  πατέρα τοῦ Θησέως, μετὰ μιὰ ἄλλη τὸ ὄνομα τοῦ Σαλαμίνιου ἥρωος, τοῦ Αἴαντος. Μετὰ τὶς μεταρρυθμίσεις τοῦ Κλεισθένους το -508/7, ὁ Ἀθηναῖος θὰ προσδιόριζε τὸν ἑαυτό του ὡς Ἐρεχθεῖδα, δηλαδὴ ὡς ἀπόγονο τοῦ Ἐρεχθέως, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἀπὸ τὸ δῆμο τῆς Ἐρχιᾶς ποὺ εἶναι μέλος τῆς φυλῆς τοῦ Αἰγέα, στὴν ὁποία ἀνῆκε ἡ Ἐρχιᾶς.

Κάθε ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δέκα ἐπώνυμους ἥρωες εἶχε τὸ δικό του ἱερό, ὅπου τὰ μέλη τῆς φυλῆς του, θὰ συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο γιὰ θυσία καὶ γιὰ ἑορτὴ καὶ ὅπου, ἂν κατάφερνε κάποιος ἐκ τῶν μελῶν καὶ ἔβγαινε νικηφόρος ἀπὸ τοὺς διαγωνισμοὺς τῆς πόλεως κράτους, θὰ μποροῦσαν νὰ ἀνεγείρουν ἀφιερώματα.

Ἡ πολιτεία, πάλι, εἶχε στὴν Ἀγορὰ ἕνα ἐνωτικὸ ἱερὸ μὲ τὰ ἀγάλματα τῶν δέκα ἐπωνύμων ἡρώων τῶν φυλῶν.

Παραθέτοντας τὴν ἀθηναϊκὴ κοινωνικο-πολιτικὴ δομὴ τῶν ἀρρένων, ἀπὸ τὴν οἰκογένεια στὸ δῆμο καὶ τὴ φυλή, φτάνουμε στὴν Ἀθηναϊκὴ Βουλή, τὸ Συμβούλιο τῶν 500, ὅπου πενήντα πολίτες ἀπὸ κάθε φυλὴ ὑπηρετοῦσαν γιὰ ἕνα χρόνο.

Ἡ Βουλὴ συνεδρίασε στὸ Βουλευτήριο στην Αγορά, ¨τὸ ὁποῖο εἶχε πάλι τοὺς προστάτες του, τὸν Δία Βουλαῖο καὶ τὴν  Ἀθηνᾶ Βουλαία, στὸ βωμὸ τῶν ὁποίων προσφέρονταν οἱ προσευχὲς πρὶν ἀπὸ κάθε συνεδρίαση.

Μία προσευχὴ ἄνοιγε ἐπίσης τὶς συνεδριάσεις, τέσσερις φορὲς κάθε μῆνα, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν δημοτικὴ συνέλευση ὅλων των ἀθηναίων πολιτῶν. Δὲν ἔχουμε τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ οἱ γυναῖκες στὶς Θεσμοφοριάζουσες τοῦ Ἀριστοφάνη (στίχοι 295 ἕως 371) προσφέρουν μία προσευχὴ πρὶν τὴν «Ἐκκλησία» τους, ἡ ὁποία εἶναι μία παρωδία τῆς πραγματικῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου.

Ἐχοντας ὑπὀψιν τὸν Θρησκευτικὸ ρόλο τῶν γυναικῶν στὴν ἑορτὴ τῶν Θεσμοφορίων, εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουμε τόσο τὶς σοβαρὰ ὅσο καὶ τὰ χιουμοριστικὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς Ἀριστοφανικῆς προσευχῆς.

Μία κήρυκας – ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἕνας κήρυκας σὲ μία πραγματικὴ Ἐκκλησία – ἀρχίζει τὴν προσευχή καὶ ὁ χορὸς τῶν γυναικὼν τὴ συνεχίζει:

ΚΥΡΗΚΑΙΝΑ: Γενηθήτω σιωπὴ, Γενηθήτω σιωπὴ ,Προσευχηθεῖτε στὶς δύο θεσμοφόρες θεές,

στὴ Δήμητρα καὶ στὴν Κόρη καὶ στὸν Πλούτωνα,

καὶ στὴ Καλλιγένεια καὶ στὴ Κουροτρόφο Γαία

καὶ στὸν Ἑρμῆ καὶ στὶς Χάριτες,

νὰ τὴν εὐοδώσουν τούτη τὴν Ἐκκλησία,

καὶ γιὰ τὸ καλό της πόλεως τῶν Ἀθηναίων ,

νὰ ἔχει πολλὰ ὀφέλη , καὶ γιὰ τὴ δικὴ μας καλὴ τύχη.

Κι’ὅποια πεῖ καὶ κάνει τὰ καλλίτερα καὶ γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ τὸν δῆμο τῶν Ἀθηναίων, αὐτὴ νὰ πάρει τὸ βραβεῖο.

Στεῖλτε αὐτὲς τὶς εὐχὲς στὸν οὐρανὸ καὶ θὰ ἔχετε καλὴ τύχη γιὰ τὸν ἑαυτό σας.

ΙΗ ΠΑΙΩΝ ΙΗ ΠΑΙΩΝ ΙΗ ΠΑΙΩΝ

Ἂς χαροῦμε.

ΧΟΡΟΣ: Εἴθε νὰ δεχθοῦν οἱ θεοὶ τὶς προσφορὲς

καὶ τὶς προσευχές μας.

Δία παντοδύναμε καὶ χρυσόλυρε Φοῖβε

ποὺ βασιλεύεις στὴ Δῆλο τὴν ἅγια,

κι’ἐσὺ Παρθένα καὶ Χρυσολόγχη,

ποὺ τούτη τὴν πόλη κατοικεῖς τὴν δοξασμένη,

Ἔλα .

Καὶ ἔνδοξη ἐσὺ κυνηγήτρια κόρη

τῆς Λητοῦς τῆς πανέμορφης,

κι’ἐσὺ Ποσειδῶνα σεβάσμιε,

ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θάλασσας,

μὲ τοὺς ἀφροὺς καὶ τὰ κύματα, Ἔλα.

Καὶ Κόρες τοὺ θαλασσιου Νηρέως

καὶ τοῦ βουνοῦ Νύμφες ,

Λύρα χρυσὴ

νὰ ἠχήσει τὶς εὐχὲς μας συνοδεύοντας,

κι’ομορφα νὰ τελειώσει τούτη ἡ συνέλευση

Ἀρχόντισσες κόρες τῶν Ἀθηναίων.

ΚΥΡΗΚΑΙΝΑ: Προσευχηθεῖτε στοὺς θεοὺς καὶ στὶς θεὲς τοῦ Ὀλύμπου

καὶ στὶς θεὲς καὶ θεοὺς τῶν Δελφῶν

καὶ τῆς Δήλου, καὶ στοὺς ἄλλους θεούς,

ἂν κάποιος μηχανεύεται κακὸ γιὰ τὸ γένος των γυναικῶν

ἢ προτείνει εἰρήνη μὲ τὸν Εὐριπίδη καὶ τοὺς Πέρσες

ἢ σχεδιάζει νὰ ἐγκαταστήσει τυραννία

ἢ τὸν τύραννο νὰ ἐπαναφέρει,

ἢ ὅποιος μαρτυρᾶ γυναίκα ποὺ προβάλλει

ξένο παιδὶ γιὰ σπλάχνο της

ἢ δούλα ποὺ τὴν ἔχει μεσίτρα ἡ κυρά της

κι αὐτὴ τὸ λέει στ’ ἀφεντικό,

ἢ ὅποια τὴν ἔστειλαν μαντάτα νὰ πεῖ

κι αὐτὴ λέει ἄλλα,

ἂν ὁ ἀγαπητικὸς μίας παντρεμένης

δῶρα τάζει στα ψέμματα- καὶ τίποτα δὲν δίνει,

ἢ ἂν μιὰ γριὰ δῶρα πολλὰ δίνει στὸν ἐραστή της

ἢ ὅποια δέχεται ἐραστὴ καὶ ὅμως τὸν προδίδει

ἢ ταβερνιάρης ταβερνιάρισσα ξίκικα πουλοῦν…

ὅλες σας εὐχηθεῖτε τὸ σπιτικό τους και οι ἴδιοι

ὅλοι τους νὰ βροῦν κακό.

Καὶ σὲ σᾶς ὅλες πολλὰ καλὰ νὰ δώσουν οι θεοί.

Ἡ Κυρήκαινα στὴν Ἐκκλησιὰ τῶν γυναικῶν στὰ Θεσμοφόρια, ἐπικαλεῖται φυσικὰ πρῶτα τὶς θεότητες ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ἑορτή:

τὴ Δήμητρα Θεσμοφόρο καὶ τὴν Κόρης της, μετὰ τὸν Πλούτων καὶ τὴν Καλλιγένεια.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς, ἀπευθύνεται στὴ Κουροτρόφο Γῆ  (τὴν τροφὸ τῶν παιδιῶν), τὸν Ἑρμῆ, καὶ τὶς Χάριτες. Οἱ γυναῖκες στὴ συνέχεια προσθέτουν τὸν Δία, τὸν Ἀπόλλωνα, τὴν Ἀθηνᾶ, τὴν Ἀρτέμιδα, τὸν Ποσειδῶνα, τὶς Νηρηίδες τῆς θάλασσας, καὶ τὶς Νύμφες τῶν βουνῶν.

Μερικὰ ἀπὸ τὰ αἰτήματα τῆς προσευχῆς τῶν γυναικῶν, ὅπως ἡ καταδίκη τῶν μοιχῶν, οἱ ψεῦτες δούλοι καὶ οἱ ἀπατεῶνες ἔμποροι, προέρχονται ἀπὸ τὸν τυπικὸ ἀριστοφανικὸ ἀστεϊσμὸ ποὺ ἀπευθύνονταν στὶς γυναῖκες, στοὺς  δούλους καὶ στοὺς ἀπατεῶνες ἔμπορους, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα εἶναι ἀντίστοιχα σὲ πραγματικὲς προσευχὲς καὶ ὅρκους ποὺ πραγματοποιοῦνταν μέσα στὸ πλαίσιο τῶν νομοθετικῶν καὶ δικαστικῶν συνελεύσεων καὶ ἀντανακλοῦσαν τὴ βαθιὰ ἀνησυχία τῶν Ἀθηναίων:

Στοὺς δεινοὺς ρήτωρες μὲ τὴ φαρμακερὴ γλῶσσα, ποὺ ἀπἐκρουαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὀποιοδήποτε γιὰ νὰ ἐπικρατοῦν στὶς συζητήσεις.

Σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐξαπατοῦσαν τοὺς συμπολίτες τους καὶ παραβιάζαν τοὺς  παραδοσικοὺς ὅρκους, ἢ  ποὺ ἐπιδίωκαν    νὰ ἀλλάξουν τὸ νόμο καὶ τὰ διατάγματα τοῦ κράτους, ἢ

σὲ αὐτοὺς  ποὺ μαρτυροῦσαν τὰ μυστικὰ μὲ τὸν ἐχθρὸ γιὰ τὸ δικὸ τους κέρδος τους καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν.

Ὁ φόβος τῶν τυράννων, σχεδὸν ἕναν αἰώνα μετὰ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ τυράννου Πεισίστρατου, καὶ ὁ φόβος τῶν Περσῶν, δύο γενιὲς μετὰ τὴν ἥττα τους, παρέμεναν προφανῆ σὲ αὐτὲς τὶς προσευχές.

Ὁ Ἀριστοφάνης στὴν κωμωδία του καὶ οἱ ἄνδρες Ἀθηναῖοι  στὴ ζωή τους, μέσα στὶς συνελεύσεις καὶ τὰ δικαστήρια τους, ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς θεοὺς νὰ παρίστανται σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ οὐσιαστικὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ νὰ τιμωροῦν τοὺς παραβάτες.

Ἕνας σημαντικὸς κανόνας στὴν Ἀθηναϊκὴ κοινωνία  ἦταν ὅτι οἱ συμπολίτες δὲν παραβίαζαν τοὺς «παραδοσιακοὺς ὅρκους,» καὶ αὐτὸ, ἐπειδὴ μέσω αὐτῶν τῶν ὅρκων οἱ Ἀθηναῖοι ἔθεταν ὑπὸ τὴν θεία ἐποπτεία κρίσιμα στοιχεῖα τοῦ πολιτικοῦ τους συστήματος.

Οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν ὅτι τέτοιοι ὅρκοι, ἔκαναν ἰσχυρὴ τὴ δημοκρατία τους :

― καὶ μήν, ὦ ἄνδρες, καὶ τοῦθ᾽ ὑμᾶς δεῖ μαθεῖν, ὅτι τὸ συνέχον τὴν δημοκρατίαν ὅρκος ἐστί.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΤΑ ΛΕΟΚΡΑΤΟΥΣ 79

Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ ὅρκος τῶν ἐφήβων, ὅπως εἴδαμε λίγο παραπάνω, καὶ ἐκεῖ μεταξὺ ἄλλων, ὁρκίζονταν νὰ ὑπακούουν τοὺς ἀνωτέρους τους καὶ τοὺς νόμους,  ἐπίσης νὰ ἀντιταχθοῦν σὲ ὅποιον προσπαθοῦσε νὰ τοὺς καταστρέψει.

Τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ὁρκίζονταν «νὰ συμβουλεύουν τὰ καλύτερα πράγματα γιὰ τὴν πόλη», καὶ οἱ ἄρχοντες ὁρκίζονταν  «νὰ κυβερνοῦν δικαίως.»

Οἱ ενορκοι τῶν Ἀθηνῶν, ἀριθμοῦσαν τοὺς 6.000 γιὰ κάθε χρόνο καὶ ὁρκίζονταν μὲ τὸν πιὸ περίτεχνο ὅρκο:

― Ὅρκος Ἡλιαστῶν

ψηφιοῦμαι κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καὶ τῆς βουλῆς τῶν πεντακοσίων. καὶ τύραννον οὐ ψηφιοῦμαι εἶναι οὐδ’ ὀλιγαρχίαν· οὐδ’ ἐάν τις καταλύῃ τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων ἢ λέγῃ ἢ ἐπιψηφίζῃ παρὰ ταῦτα, οὐ πείσομαι· οὐδὲ τῶν χρεῶν τῶν ἰδίων ἀποκοπὰς οὐδὲ γῆς ἀναδασμὸν τῆς Ἀθηναίων οὐδ’ οἰκιῶν· οὐδὲ τοὺς φεύγοντας κατάξω, οὐδὲ ὧν θάνατος κατέγνωσται, οὐδὲ τοὺς μένοντας ἐξελῶ παρὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καὶ τῆς βουλῆς οὔτ’ αὐτὸς ἐγὼ οὔτ’ ἄλλον οὐδένα ἐάσω.

οὐδ’ ἀρχὴν καταστήσω ὥστ’ ἄρχειν ὑπεύθυνον ὄντα ἑτέρας ἀρχῆς, καὶ τῶν ἐννέα ἀρχόντων καὶ τοῦ ἱερομνήμονος καὶ ὅσοι μετὰ τῶν ἐννέα ἀρχόντων κυαμεύονται ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ, καὶ κήρυκος καὶ πρεσβείας καὶ συνέδρων· οὐδὲ δὶς τὴν αὐτὴν ἀρχὴν τὸν αὐτὸν ἄνδρα, οὐδὲ δύο ἀρχὰς ἄρξαι τὸν αὐτὸν ἐν τῷ αὐτῷ ἐνιαυτῷ. οὐδὲ δῶρα δέξομαι τῆς ἡλιάσεως ἕνεκα οὔτ’ αὐτὸς ἐγὼ οὔτ’ ἄλλος ἐμοὶ οὔτ’ ἄλλη εἰδότος ἐμοῦ, οὔτε τέχνῃ οὔτε μηχανῇ οὐδεμιᾷ.

καὶ γέγονα οὐκ ἔλαττον ἢ τριάκοντα ἔτη. καὶ ἀκροάσομαι τοῦ τε κατηγόρου καὶ τοῦ ἀπολογουμένου ὁμοίως ἀμφοῖν, καὶ διαψηφιοῦμαι περὶ αὐτοῦ οὗ ἂν ἡ δίωξις ᾖ. ἐπομνύναι Δία, Ποσειδῶ, Δήμητρα, καὶ ἐπαρᾶσθαι ἐξώλειαν ἑαυτῷ καὶ οἰκίᾳ τῇ ἑαυτοῦ, εἴ τι τούτων παραβαίνοι, εὐορκοῦντι δὲ πολλὰ κἀγαθὰ εἶναι.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ. ΚΑΤΑ ΤΙΜΟΚΡΑΤΟΥΣ 24.149-151

Σὲ αὐτὸν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ὅρκους οἱ Ἀθηναῖοι ἀποκάλυπταν τὶς πιὸ ἄμεσες πολιτικὲς ἀνησυχίες τους καὶ ἔβαζαν τὸν ἑαυτό τους  κάτω ἀπὸ θείες κυρώσεις γιὰ ὅ, τί προσδιορίζονταν ὄτι ἦταν σωστὸ μὲ πολιτικὴ καὶ νόμιμη συμπεριφορά.

Ἂν οἱ ἔνορκοι παραβίαζαν τὶς ἀρχὲς αὐτές, ἂν ἔσπαγαν αὐτὸν τὸν ὅρκο, θὰ βρίσκονταν ἀντιμέτωποι μὲ κατάρα καὶ ἔβαζαν σὲ κίνδυνο τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τὶς οἰκογένειές τους.

Δὲν ὑπῆρχε κανένας χῶρος διαφυγῆς ἀπὸ τὴν κατάρα, ἐπειδὴ οἱ τρεῖς θεοὶ ποὺ ἐπικαλοῦνταν, ὁ Ζεύς , ὁ Ποσειδών, καὶ ἡ  Δήμητρα, ἐκπροσωποῦσαν, ἀντίστοιχα, τὸν οὐρανό, τὴ θάλασσα καὶ τὴ μητέρα γῆ.

― πρῶτον μὲν

γὰρ καὶ μέγιστον οἱ θεῶν ἡμᾶς ὅρκοι κωλύουσι πολεμίους εἶναι

ἀλλήλοις· ὅστις δὲ τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς, τοῦτον

ἐγὼ οὔποτ’ ἂν εὐδαιμονίσαιμι. τὸν γὰρ θεῶν πόλεμον οὐκ οἶδα

οὔτ’ ἀπὸ ποίου ἂν τάχους οὔτε ὅποι ἄν τις φεύγων ἀποφύγοι

οὔτ’ εἰς ποῖον ἂν σκότος ἀποδραίη οὔθ’ ὅπως ἂν εἰς ἐχυρὸν

χωρίον ἀποσταίη. πάντῃ γὰρ πάντα τοῖς θεοῖς ὕποχα καὶ

πάντων ἴσον οἱ θεοὶ κρατοῦσι.

ΑΠΟΔΩΣΙΣ

Πρῶτα πρῶτα, καὶ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα, οἱ ὅρκοι ποὺ κάμαμε στοὺς θεοὺς μᾶς ἐμποδίζουν νὰ εἴμαστε ἐχθροὶ ἀναμεταξύ μας. Κι ἐκεῖνον ποὺ συνειδητὰ ἀδιαφορεῖ γι’ αὐτοὺς τοὺς ὅρκους, αὐτὸν ἐγὼ ποτὲ δὲ θὰ μποροῦσα νὰ τὸν καλοτυχίσω. Γιατί τὸν πόλεμο τῶν θεῶν δὲν ξέρω οὔτε μὲ ποιὰ γρηγοράδα οὔτε ποῦ πηγαίνοντας θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν ξεφύγει, οὔτε σὲ ποιὸ σκοτάδι θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ τρυπώσει, οὔτε σὲ ποιὰ ὀχυρὴ τοποθεσία ν’ ἀποσυρθεῖ. Παντοῦ τὰ πάντα ὑπακοῦνε στοὺς θεούς, κι οἱ θεοὶ τὰ ἐξουσιάζουν ὅλα τὸ ἴδιο

ΚΛΕΑΡΧΟΣ ΕΙΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ 2.5.7

Ἡ Ἀθήνα ἦταν, βέβαια, δικαίως ξακουστὴ γιὰ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς της, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι οἱ θεοὶ στὴν Ἀθήνα δὲν ἦταν, μὲ δική τους πρωτοβουλία, οἱ προωθητὲς τῆς δημοκρατίας ἤ οἱ  ὑποστηρικτὲς μιας πολιτικῆς ὁμάδος ἢ μιὰ κατηγορία πολιτῶν στρέφονταν ἐναντίον τῆς ἄλλης πολιτικῆς ὀμάδος ἤ τῆς κατηγορίας τῶν πολιτῶν.

Βέβαια κάποιοι θεοὶ δὲν ὑπηρετοῦσαν  ὡς οἱ προστάτες τῆς «δημοκρατικῆς» ἢ τῆς «ὀλιγαρχικῆς» ὀμάδας ἢ τῶν πλούσιων ἢ φτωχῶν.

Στὸν πέμπτο αἰώνα δὲν ὑπάρχουν προσευχὲς ἢ θυσίες στὸ Θεὸ ποὺ προωθοῦσε τὴν «Δημοκρατία» ἢ τὴν «Ὀλιγαρχία», ἤ κάποιο ἀγαπημένο πολιτικὸ σύστημα κάποιας μειονότητας τῶν Ἀθηναίων.

Ἀντιθέτως οἱ Ἀθηναῖοι δημιούργησαν τοὺς ὅρκους, ὅπως αὐτὸν τῶν ἐνόρκων γιὰ νὰ ὑποχρεώσουν τοὺς θεούς τους νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς ἀνησυχίες τους.

Μὲ τὸ νὰ τοὺς ἐπικαλοῦν ὡς μάρτυρες σὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρκους, οἱ θεοὶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβάλουν τὴν ὑπακοὴ καὶ νὰ τιμωρίσουν τὴν ψευδορκία – ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς διατάξεις τοῦ ὅρκου.

Οἱ Θεοὶ ἀλλοῦ στὸν ἑλληνικὸ κόσμο ὑποστήριζαν τὶς πόλεις-κράτη ποὺ διέπονταν ἀπὸ ὀλιγάρχες, ἀριστοκράτες, καὶ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τυράννους, ἀλλὰ οἱ Ἀθηναῖοι μέσω αὐτῶν τῶν  ὅρκων καὶ μὲ τὶς δημοκρατικὲς διατάξεις τους, οὐσιαστικὰ ἀνάγκαζαν τοὺς θεούς τους νὰ ὑποστηρίξουν τὶς δημοκρατικὲς ἀρχὲς τῆς κοινωνίας τους.

Ἡ  Ἀθήνα γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Κλασικῆς περιόδου δὲν ἦταν μία συνηθισμένη ἑλληνικὴ πόλη-κράτος. Γιὰ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πέμπτου αἰώνα λάμβανε μεγάλα ἔσοδα ἀπὸ τὶς σύμμαχες καὶ ἀργότερα ὑποτελεῖς πόλεις-κράτη ἀπ΄ ὅλο τὸ Αἰγαῖο, καὶ ἦταν, μὲ ἁπλὰ λόγια, ἀσύγκριτα πλούσια.

Ἡ Ἀθήνα ἀφιέρωνε τὸ 1/60 τῶν ἐσόδων αὐτῶν στὴν  Ἀθηνᾶ Πολιάς, καὶ μὲ αὐτὸ καὶ μὲ τὰ ἄλλα κρατκὰ ποσὰ ἡ Ἀθήνα ἦταν σὲ θέση νὰ ὑποστηρίζει τὸ πιὸ ἐκτεταμένο καὶ πιὸ μεγαλοπρεπῆ πρόγραμμα θρησκευτικῶν ἑορτῶν ποὺ ἦταν πασίγνωστο στὸν ἑλληνικὸ κόσμο.

Εἶχε τὶς διπλάσιες ἑορτὲς ἀπὸ ἄλλες πόλεις, καὶ τουλάχιστον 120 ἡμέρες ἀπὸ τὸ Ἀθηναϊκὸ ἔτος ἦταν ἀφιερωμένες σὲ κάποια προσφορὰ ἢ θρησκευτικὴ ἑορτή.

Οἱ Ἀθηναῖοι μποροῦσαν νὰ ξοδέψουν γιὰ τὰ Μεγάλα Παναθήναια καὶ τὶς θυσίες, γιὰ τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ τὰ  βραβεῖα, γιὰ τὰ χρυσὰ καλάθια  καὶ ἄλλα, ποσὰ  ἰσοδύναμα μὲ ἑκατομμύρια δραχμὲς σημερινὲς , ἐνῶ τὰ ἀρχεῖα ἀπὸ ἄλλες πόλεις καταγράφουν ἔξοδα γιὰ γιορτὲς σὲ δαπάνες, μόνο μερικὲς χιλιάδες δραχμὲς.

Ἔτσι καὶ τὸ ἀθηναϊκὸ κράτος θὰ μποροῦσε νὰ δαπανήσει ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια δραχμὲς γιὰ ἕναν μεγάλο ἀριθμὸ ναῶν ἀπὸ μάρμαρο, ἐνῶ οἱ περισσότερες ἑλληνικὲς πόλεις παρέμεναν ἱκανοποιημένες μὲ ναοὺς καὶ λίγα μόνο ἱερά, ἀπὸ ἀσβεστόλιθο ἤ ἴσως, μὲ μία ἐπένδυση ἀπὸ μάρμαρο.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποδώσουμε αὐτὲς τὶς ἀσυνήθιστα μεγάλες δαπάνες τῶν Ἀθηναίων γιὰ τὶς θρησκευτικὲς λατρεῖες σὲ μία σειρὰ ἀπὸ αἰτίες :

Στὴ διαθεσιμότητα τοῦ πλεονάζοντος κεφαλαίου, καὶ σὲ μία προσπάθεια νὰ ψυχαγωγήσουν τοὺς ἀνθρώπους,

στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴ χώρα τους, καὶ μάλιστα, ὅπως ὁ Θουκυδίδης καταγράφει (2.40. 1) ὅπως ὁ  Περικλῆς τὸ περιέγραψε,  στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴν ὀμορφιά.

Εἶναι ἀπολύτως κατανοητὸ καὶ κατάλληλο στὴν ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ ἄποψη.

Οἱ θεοὶ ἦταν ἰδιοκτήτες καὶ ὄφειλαν μία ἐπιστροφὴ- ὡς «πρώτους καρποὺς» ἢ ὡς φόρο – ἀπὸ τὰ δῶρα ποὺ παραχωροῦσαν στὸν ἄνθρωπο.

Ὅσο μεγαλύτερα ἦταν τὰ  δῶρα, τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀπόδοση ποὺ ὀφείλονταν, καὶ ἀπὸ τὸ -490 μὲ -415 περίπου οἱ θεοὶ ἦταν πολὺ γενναιόδωροι μὲ τοὺς Ἀθηναίους.

Οἱ Ἀθηναῖοι κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἔγιναν στρατιωτικά, πολιτικά, οἰκονομικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ κυρίαρχοι στὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ ὄχι μόνο, καὶ τὸ μέγεθος καὶ τὸ κόστος τοῦ θρησκευτικοῦ τους προγράμματος ἀντικατοπτρίζει αὐτὸ, ἐπίσης, ἀντικατοπτρίζει τὴ δέσμευσή τους νὰ ἐπιστρέψουν ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς ἐπιτυχίες τους στοὺς θεοὺς ποὺ βοήθησαν σὲ αὐτὲς τὶς παροχές.

Εἴδαμε ὅτι κάθε πόλη-κράτος εἶχε, σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο βαθμό, τὸ δικό του ξεχωριστὸ πάνθεον τῶν θεοτήτων ποὺ ἐξυπηρετοῦσαν τὶς ἀνάγκες του, ἐπίσης εἶχε τὸ δικό του πρόγραμμα ἑορτῶν, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποίες ἦταν κοινὲς ἑλληνικά ἑορτὲς καὶ ἀρκετὲς ἦταν μοναδικὲς γιὰ τὴν πόλη.

Εἶχε ἐπίσης τὸ δικὸ της θρησκευτικὸ ἡμερολόγιο καί, σχεδὸν σίγουρα, τὴ  δικὴ της συλλογὴ τῶν ἡρώων ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὶς παραδόσεις της.

Αὐτὲς οἱ πόλεις δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν οἰκονομικὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ἀκριβοὺς ναούς, τὰ ἀγάλματα, καθὼς καὶ τὶς διεξαγωγὲς τῶν ἑορτῶν τῆς Ἀθήνας, ἀλλὰ εἶχαν, σὲ μικρότερο βαθμό ὅλα αὐτὰ τὰ ἴδια συστατικά της θρησκείας.

Αὐτὲς, ὅπως ἡ Ἀθήνα καὶ κάθε ἄλλη πόλη-κράτος, στρέφονταν πρὸς τὶς θεότητές τους γιὰ παροχὴ βοήθειας στὶς κρίσιμες ἀνάγκες γιὰ τὴν γονιμότητα τῶν καλλιεργειῶν, τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων, στὶς ἀνάγκες τῆς καλῆς ὑγείας, τῆς οἰκονομικῆς εὐημερίας, τῆς ἀσφάλειας ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου καὶ τῆς ναυτιλίας, καὶ τὴν θέσπιση τῆς ἐθνικῆς τους ταυτότητας καὶ τὴν ὑποστήριξη τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν δομῶν τους.

Τζόν Μίκαλσον

Φωτογραφία ὁ ναὸς τῆς Ἥρας στὴ Σικελία.

Ἐπιμέλεια Μετάφραση  : Ὀρέστης Πυλαρινὸς

Οἱ Φυλὲς τῶν Ἀθηναίων

7039382703_9bc1ded33c_bΕἶναι ἀνεγνωρισμένο ἀπ’ὅλους ὅτι ἡ διαίρεση  τῆς Ἀττικῆς σὲ Δέκα Φυλὲς, καὶ αὐτὲς οἱ δέκα Φυλὲς σὲ ἀνάλογους δήμους, ἦταν ἕργο τοῦ Κλεισθένους, ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἀριστοκρατικὸ γένος τῶν Ἀλκμεωνιδῶν.

Πρὶν ἀπὸ αὐτὸν οἱ Φυλαί ἦταν τέσσαρες: α΄.Αἰγικορὶς :  β΄.Ὀπλιτίς :  γ΄.Γελεοντίς :  δ΄.Ἀργαδίς.

Ὁ Κλεισθένης ἦταν ὁ ἱδρυτὴς καὶ ἐμπνευστὴς   πολλῶν ἀλλαγῶν στὸ πολίτευμα τῶν Ἀθηναίων, καὶ ὅλες περίπου τὴν ἴδια ἐποχή, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ἐξορία τῶν Πεισιστρατιδῶν, τὴν 67η Ὀλυμπιάδα περίπου (-511/10).

Κατὰ συνέπεια, ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἑνδέκατου κύκλου της  Ὀκταετηρίδος τοῦ Σόλωνος, ποὺ ἤδη εἶχε διανύσει τὸ μισὸ ἀκριβῶς τῆς κανονικῆς της περιόδου, φτάνοντας τὰ 80 ἔτη.

Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλῶν μέχρι τὴν 107η Ὀλυμπιάδα (-307) ὅπου τότε δύο ἐπιπλέον φυλὲς προστέθηκαν, μία πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀντίγονου καὶ μία ἄλλη πρὸς τιμὴν τοῦ Δημήτριου, τοῦ υἱοῦ του, (ποὺ μόλις εἶχε ἀπελευθερώσει τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν κατοχὴ τοῦ Κάσσανδρου). Οἱ δύο φυλὲς πῆραν τὰ ὀνόματα τους, Ἀντιγονίς καὶ Δημητριάς, ἀντίστοιχα. Αὐτὰ τὰ ὀνόματα , ἀργότερα ἄλλαξαν καὶ κλήθηκαν, Πτολεμαΐς καὶ Ἀτταλίς.

Τὸ πρώτο πρὸς τιμὴν τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Εὐεργέτου, τοῦ τρίτου Πτολεμαίου στὴν Αἴγυπτο, κάπου  ἀνάμεσα στὴν 133η καὶ τὴν 139η Ὀλυμπιάδα (-247 μὲ -222), τὰ ὅρια τῆς βασιλείας του.

Ὅταν τὸ ὄνομα τοῦ Πτολεμαίου δόθηκε σὲ μία ἀπὸ τὶς φυλὲς, τὸτε τὸ ὄνομα τῆς βασίλισσας του , τῆς Βερενίκης , δόθηκε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς δήμους.

Ἡ φυλὴ Ἀτταλίς ἔλαβε  τὸ ὄνομα της ἀπὸ τὸν Ἄτταλο, τὸν τρίτο βασιλέα τῆς Περγάμου, ὅπως καταγράβει ὁ Πολύβιος.

Ἔχοντας δώσει αὐτὸ τὸ συνοπτικὸ γιὰ τὴν ἱστορία τῶν Φυλῶν τῶν Ἀθηναίων, ἀπὸ τὴν πρώτη ἕως τὴν τελευταία, θὰ πρέπει ὁ ἀνάγνώστης νὰ δώσει προσοχὴ στὸ παρακάτω βασικὸ χαρακτηριστικό.

Μεταξύ τῶν Φυλῶν ὑπῆρχε συγκεκριμένη σειρὰ κατάταξης, μιὰ τάξη Ἀξιοπρέπειας ἤ Προτεραιότητας, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι ἦταν ἀμετάβλητη καὶ εἶχε καθοριστεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ μιὰ γιὰ πάντα.

Στὸν Ἐπιτάφιο Λόγο τοῦ Δημοσθένους, (ὁ ὁποίος ἀναφέρει τὴν κάθε Φυλή μὲ τὴν σειρὰ καὶ παραπέμπει τὰ πιὸ ἀξιοσημείωτα γεγονότα τῆς κάθε μίας), αὐτὴ ἡ σειρὰ εἶναι ἡ ἑξῆς :

α΄ Ἐρεχθεῖδαι :  β΄. Αἰγεῖδαι : γ΄. Πανδιονίδαι :

δ΄. Λεοντίδαι : ε΄. Ἀκαμαντίδαι : στ΄. Οἰνεΐδαι :

ζ΄. Κεκροπίδαι :  η΄. Ἱπποθοωντίδαι : θ΄. Αἰαντίδαι :  ι΄. Ἀντιοχίδαι .

Παρατηρεῖται ἐπίσης ὅτι καὶ ὀνόματα τῶν

Ἐπωνύμων Ἡρώων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ Δέκα Φυλὲς ἔλαβαν τὰ ὀνόματά τους, ἀπαριθμοῦνται ἀκριβῶς μὲ τὴν ἰδια σειρὰ καὶ στὸ Μέγα Ἐτυμολογικὸ, τὸ ἰδιο καὶ ὁ Πολυδεύκης, καὶ ὁ Παυσανίας, ὁ ὁποίος ἀπαριθμεῖ τὰ ἴδια ὀνόματα, ἐπίσης ὑπάρχουν πάρα πολλὲς ἐπιγραφὲς ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὴν σειρὰ τοῦ Δημοσθένους.

Μὲ βάση αὐτὴ τὴ σειρὰ , αὐτὸ ποὺ ἰσχυσε γιὰ τίς πρόσθετες Φυλὲς, ὅσο ὁ Ἀντίγονος καὶ ὁ Δημήτριος ἦταν ὑπὲρ τῶν Ἀθηναίων, ἦταν νὰ τοποθετηθοῦν ἐπικεφαλῆς ὅλων, ἀλλὰ μετὰ απὸ αὐτὸ ἄλλαξαν τὰ ὀνόματα τους ὅταν καὶ μία ἀκομη Φυλὴ προστέθηκε ἡ Ἀδριανίς.

Στὴ σειρὰ κατάταξης, σύμφωνα μὲ ἐπιγραφὲς ποὺ συλλέχθηκαν, ἡ Πτολεμαίς ἐρχόταν μετὰ τὴν Λεοντίς στὴ παραπάνω κατάταξη,ἐπομένως πέμπτη, ἡ Ἀδριανίς δίπλα στὴν Ἀκαμαντίς , ἕβδομη καὶ ἡ Ἀτταλίς μετὰ τὴν Ἀντιοχίς, τελευταία ὅλων.

Ετσι ἡ σειρὰ κατάταξης διαμορφώθηκε ὡς ἐξῆς σύμφωνα μὲ τίς ἐπιγραφές:

α΄ Ἐρεχθηίς :  β΄. Αἰγηίς : γ΄. Πανδιονίς :

δ΄. Λεοντίς : ε΄. Πτολεμαΐς :  στ΄. Ἀκαμαντίς : ζ΄. ¨Αδριανίς :  η΄. Οἰνηίς :

θ΄. Κεκροπίς :  ι΄. Ἱπποθοωντίς : ια΄.Αἰαντίς :  ιβ΄. Ἀντιοχίς :  ιγ΄. Ἀτταλίς.

Ὀρέστης Πυλαρινός

Φωτογραφία : Ὁ χάρτης μὲ τίς Φυλὲς καὶ τὸ τὸ Μνημεῖο τῶν Ἐπωνύμων Ἡρώων  στὴν Ἀγορὰ τῶν Ἀθηναίων.

Τὸ Τέμενος

122Ὅπως συνέβαινε πολὺ συχνά, οἱ πρόγονοι σηματοδοτοῦσαν τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ βωμό.
Χρησιμοποιοῦσαν ὁριακὲς πέτρες (ὅρια) στὶς γωνίες ἢ περιέφραζαν γύρω, δημιουργῶντας ἔτσι ἕνα κλειστὸ χῶρο , ἕνα ξεχωριστὸ περίβολο.
Ἔτεμνον, δηλαδὴ (ἀπὸ τοῦ τέμνειν), ἕνα κομμάτι γῆς γύρω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ βωμοῦ, καὶ ὁ σωστὸς ὅρος γιὰ ἕνα τέτοιο κλειστὸ ὁριοθετημένο χῶρο εἶναι, «τέμενος».
Τὸ Τέμενος ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο σὲ ἕνα θεὸ εἶναι ἱερό, (Ἱερόν). Οἱ δύο ὄροι μαζί, Τέμενος καὶ Ἱερό, σηματοδοτοῦν τὶς δύο πτυχὲς τοῦ ἱεροῦ:
Τὸ τέμενος ὡς ἕνα ξεχωριστὸ τμῆμα, καὶ τὸ Ἱερό ὡς ἕνας ἱερὸς τόπος, ἰδιοκτησίας τοῦ θεοῦ.

Μποροῦμε νὰ κατασκευάσουμε ἕνα χαμηλὸ φράχτη, πολὺ πιθανὸν ἀπὸ πέτρα ἢ τοῦβλα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετοῦν περισσότερο ὥστε νὰ ὁριοθετηθεῖ ἡ ἱερὴ ἔκταση ἀπὸ ὅ, τι γιὰ νὰ τὴν προστατεύσει.
Θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτρέψει τὴν περιπλάνηση κάποιου ζώου, ἀλλὰ ἡ πύλη του δὲν πρέπει νὰ εἶναι κλειδωμένη γιὰ νὰ εἶναι προσβάσιμο στοὺς ἐπισκέπτες.
Τὰ πάντα ἐντός του τεμένους εἶναι «ἱερά», δηλαδή εἶναι ἰδιοκτησία τῆς θεότητος, καὶ εἶναι ἡ θεότητα καὶ ὄχι ὁ φράχτης ποὺ θὰ τὸ προστατεύσει.

«Συλῶ» σημαίνει «ἀφαιρῶ κρυφὰ πολύτιμα ἀντικείμενα ἀπὸ τὸ κτίσμα στὸ ὁποῖο ὀφείλεται σεβασμὸς», δηλαδὴ «λεηλατῶ» «ληστεύω».

Ἀγαθὰ καὶ ἄνθρωποι ἀπολάμβαναν τὴν «’Ασυλία» στὰ ἑλληνικὰ ἱερὰ, τὸ δικαίωμα «νὰ μὴ συληθοῦν».
Τὰ ἄτομα ποὺ ἀναζητοῦσαν καταφύγιο σὲ αὐτὰ τὰ ἱερὰ εἶχαν ἄσυλο.
Ἦταν ὑπὸ τὴν προστασία τῆς θεότητος τοῦ ἱεροῦ καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέπονταν σὲ κανέναν νὰ τοὺς τραβήξει ἔξω παρὰ τὴ θέλησή τους.
Θὰ μποροῦσαν ὡστόσο νὰ ἐξαπατηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἔξω ἢ νὰ πεινάσουν, ἀλλὰ σὲ καμμία περίπτωση δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ συρθοῦν βίαια ἔξω.

Τὸ νὰ κλέψει κανεὶς ἰδιοκτησία τοῦ θεοῦ ἀπὸ ἕνα τέμενος ἦταν τόσο ἀστικὸ ὅσο καὶ ἕνα βαρὺ θρησκευτικὸ ἔγκλημα.
Οταν συνελάμβαναν τοὺς κακοὺργους αὺτοὺς στὴν Ἀθήνα, τοὺς προσήγαγαν στὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀκόμη μεγαλύτερος κίνδυνος ποὺ ἀντιμετώπιζαν αὐτοὶ, εἴτε τοὺς συνελάμβαναν εἴτε ὄχι, ἦταν ἡ ὀργὴ τῆς θιγόμενης θεότητος.

Ἡ κατοικία τῶν θεῶν εἶναι μία κοινὴ προστασία ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Εὐριπίδης, Ἡρακλεῖδαι στ.260

Ὁ βωμὸς εἶναι μιὰ ἀδιάσπαστη ἀσπίδα, ἰσχυρότερη ἀπὸ ὅ, τι ἕνα οχυρό.
Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες στ.190

Ὅλοι μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ Τέμενος γιὰ λατρεία, εκτὸς καὶ ἀν ἡ λατρεία τῆς θεότητος περιορίζονταν μόνο σὲ ἀνδρες ἤ γυναῖκες.
Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ τῆς Ἀθήνας θὰ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ τέμενος τοῦ θεοῦ γιὰ λατρεία κατὰ βούληση – ἐκτὸς καὶ ἀν ἦταν «μολυσμένοι» τότε δὲν μποροῦσαν.
Ὅσοι ἦταν μολυσμένοι τότε ἦταν τελετουργικὰ ἀκάθαρτοι καὶ στεροῦνταν τὴν πρόσβαση σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ ἱερὰ στὴν Ἑλλάδα.
Ἕνας «ἀκάθαρτος» ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἐπαφὴ ἔπρεπε πρώτα νὰ λουστεῖ γιὰ νὰ ἀφαιρέσει τὴν ἀκαθαρσία πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν εἰσέλθει στὸ σπίτι μίας γυναίκας ποὺ μόλις ἔχει γεννήσει δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν σὲ κάποιο ἱερὸ γιὰ τρεῖς ἡμέρες, καὶ οἱ νέες μητέρες καὶ οἱ μαῖες ἴσως ἔπρεπε νὰ περιμένουν περισσότερο.

Οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες ποὺ ἦταν «ἀκάθαρτοι» ἀπὸ τὴν ἀκολουθία σὲ κηδεῖες ἢ βρίσκονταν σὲ μέρος παρουσία τοῦ νεκροῦ, ἀποκλείονταν ἀπὸ ἱερὰ γιὰ ἕναν χρόνο.

Ἡ σεξουαλικὴ ἐπαφή, ὁ τοκετός, καὶ ἡ συμμετοχὴ σὲ κηδεῖες ἦταν φυσικά, φυσιολογικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Ἑλληνες σὲ ἠθικοὺς ὅρους «ρυπογόνα», «μολυσματικὰ» ἢ «ἐπιλήψιμα», ἀλλὰ καθιστοῦσαν κάποιον τελετουργικὰ ἀκάθαρτο καὶ ἀποκρουστικὸ πρὸς τὸ θεῖο.

Ὅσοι εἶχαν σκοτώσει κάποιον, ἐκτὸς μάχης, εἴτε τὸ ἤθελαν εἴτε ὄχι, ἦταν μολυσμένοι, καὶ τοὺς ἀπαγορεύονταν ἡ εἴσοδος μέχρις ὅτου νὰ ὑποβάλονταν σὲ ἐπίσημες τελετὲς κάθαρσης, καὶ τελετουργιῶν ξεχωριστὲς ἀπὸ ὁποιαδήποτε νόμιμη δικαστικὴ διαδικασία ποὺ ἴσως νὰ ἐμπλέκοντο.
Κάποιος ποὺ εἶχε ἐμπλακεῖ σὲ αὐτὲς τὶς διάφορες δραστηριότητες «δὲν ἄνηκε εἰς» καὶ ἦταν «ἐκτὸς τόπου» σὲ ἕνα ἱερό, καὶ ἡ ἔννοια τῆς «ἀκαθαρσίας» ἦταν ἕνας δείκτης γιὰ αὐτό.
Αὐτὸς ἢ αὐτὴ ἦταν, ὅταν ἦταν ἀκάθαρτοι, ἑξαιροῦνταν ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ κοινότητα. Ἂν ἕνα ἀκάθαρτο ἄτομο βρίσκοταν στὸ ἱερό ἤ στὸ τέμενος, ἡ θεότητα δὲν θὰ ἐρχόταν, καὶ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ προσφορὲς θὰ ἦταν μάταιες.

Τὸ «μόλυσμα» στὴν κλασικὴ ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ παράδοση εἶναι μία σχεδὸν φυσικὴ κατάσταση – μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἀκαθαρσία εἶναι μία πραγματικὴ ἢ συμβολικὴ «βρωμιὰ» ποὺ μπορεῖ νὰ μεταδωθεῖ μὲ τὴν ἐπαφὴ – καὶ ὄχι μὲ τὴν ἠθικὴ κατάσταση.
Κάποιος ἀπελευθερώνει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀκαθαρσίες μὲ καθάρσια λουτρά, ἀπὸ τὴν βαθμιαία κάθαρση στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἢ μέσα ἀπὸ κατάλληλες τελετουργίες.

Ἡ «ἀκαθαρσία» ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἐπαφή, τὸν τοκετό, καὶ τὴ δολοφονία εἶναι οἱ φυσικὲς καί, ἴσως, προφανεῖς.
Οἱ κηδεῖες καὶ ἡ ἀποστροφὴ πρὸς τοὺς νεκροὺς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἴδιων τῶν Οὐράνιων θεῶν. Ἦταν ἀπὸ τὴ φύση τους ἀθάνατοι, οἱ θεοὶ τῆς ζωῆς, καὶ στὴν ἑλληνικὴ παράδοση οἱ θεοὶ ἀπεχθάνονταν τὸ θάνατο καὶ ἀποσύρονταν ἀπὸ κάπου (ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θυσίες άγαθῶν πρὸς τιμὴ τους) ποὺ στιγματίζονταν ἀπὸ αὐτόν.
Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ νεκροί, ὅσοι εἶχαν βρεθεῖ σὲ ἀκολουθία νεκροῦ, καὶ ὅσοι ἦταν δολοφόνοι, ἑξαιροῦνταν ἀπὸ τὰ ἱερὰ τῶν θεῶν.
Δεδομένου ὅτι τὸ σύνολο τῆς νήσου Δήλου ἔγινε σταδιακὰ ἱερό του Ἀπόλλωνος, ὁ Ἀθηναῖος τύραννος Πεισίστρατος, τὸν ἕκτο αἰώνα, ἀφαίρεσε ἀπὸ τοὺς γύρω λόφους ὅλους τοὺς τάφους, ποὺ ‘’ἔβλεπαν’’ πρὸς τὸ Τέμενος τοῦ Ἀπόλλωνος , καὶ στὴ συνέχεια στὸ -426/5 οἱ Ἀθηναῖοι ἀπομάκρυναν ὅλους τοὺς ἐναπομείναντες τάφους τὸ νησί.

Οἱ ἴδιες πράξεις ποὺ μολύνουν τὰ ἄτομα καὶ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ εἰσέλθουν ἱερὰ εἶναι οἱ μεγαλύτεροι κίνδυνοι ἐὰν συμβοῦν σὲ ἕνα ἱερό, καὶ ὡς ἐκ τούτου γινόταν κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ τὴν πρόληψη τῆς σεξουαλικῆς ἐπαφῆς, τὸν τοκετό, ἢ τὸν θάνατο, ἀπὸ τὸ νὰ συμβοῦν ἐκεῖ.

Τὰ ζευγάρια δὲν ἔπρεπε νὰ συναντιοῦνται σὲ ἕνα ἱερὸ.
Τὸ νὰ σκοτώσει κάποιος σὲ ἕνα ἱερὸ ἦταν μιὰ στυγερὴ ἱεροσυλία ποὺ θὰ τιμωροῦνταν ἀπὸ τὸ θεό.

- Ποτὲ νὰ μὴν κάνεις τὴν αὐγὴ σπονδὴ στὸν Δία μὲ λαμπερὸ κρασὶ μ’ ἄνιφτα χέρια, οὔτε στοὺς ἄλλους ἀθάνατους, γιατί δὲ σ’ ἐπακοῦνε, κι ἀποφτύνουν τὶς προσευχές σου.
Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι 724-26

Ἡ «ἀκαθαρσία» μπορεῖ νὰ λογιστεῖ ὡς μία μορφὴ πραγματικῆς «μόλυνσης» ἢ «βρωμιὰς» καὶ οἱ περισσότερές μικρὲς μορφὲς της θὰ μποροῦσαν ἁπλὰ νὰ ξεπλυθοῦν.
Οἱ Ἕλληνες ἐπιθυμοῦσαν νὰ εἶναι σωματικὰ καθαροί ὅταν πλησίασαν τοὺς θεούς τους – τὸ νὰ εἶναι ἠθικὰ καθαροί δὲν ἦταν τὸ ζητούμενο.
Στὴ πύλη τοῦ ἱεροῦ, βρισκόταν μιὰ λεκάνη (περιραντήριο) μὲ νερὸ, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος λάτρης ράντιζε συμβολικὰ τὸν ἑαυτὸ του πρὶν πλησιάσει τὴ θεότητα.

Στὴν Ιπποκρατικὴ συλλογὴ (Περὶ τῆς Ἱερῆς Νόσου 4.55 – 60) περιγράφεται ἡ πράξη ὡς ἑξῆς:

-αὐτοί τε ὅρους τοῖσι θεοῖσι τῶν ἱερῶν καὶ τῶν τεμενέων ἀποδεικνύμενοι, ὡς ἂν μη‐ δεὶς ὑπερβαίνῃ ἢν μὴ ἁγνεύῃ, εἰσιόντες τε ἡμεῖς περιῤῥαινόμεθα οὐχ ὡς μιαινόμενοι, ἀλλʹ εἴ τι καὶ πρότερον ἔχομεν μύσος, τοῦτο ἀφαγνιού‐ μενοι. Καὶ περὶ μὲν τῶν καθαρμῶν οὕτω μοι δοκέει ἔχειν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
-Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε θεσπίσει ὅρια στὰ ἱερὰ τεμένη γιὰ τοὺς θεούς, ἔτσι ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τοὺς ὑπερβεῖ, ἐκτὸς ἂν εἶναι καθαρός. Ὅταν πάμε νὰ εἰσέλουμε στὸ ἱερὸ περιραντιξουμε τὸν ἑαυτό μας, ὄχι σὰν νὰ εἶμαστε μολυσμένοι, ἀλλὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ἀκαθαρσία ποὺ εἴχαμε πρίν.

Ὁ ραντισμὸς νεροῦ ἀπὸ τὸ περιραντήριο γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ κάποιου, δὲν θὰ ξέπλυνε τίς σοβαρὲς μολύνσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τοὺς νεκροὺς καὶ τἠν δολοφονία, ἀλλὰ ἀρκοῦσε γιὰ τὴν συσσωρευμένη «ἀκαθαρσία» τῆς ἡμέρας.
Γιὰ τὴν λατρεία τῶν θεῶν τὸ Τέμενος καὶ ὁ Βωμὸς μαζὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν πιὸ κοινὴ μορφὴ ἑνὸς ἑλληνικοῦ ἱεροῦ.

Jon Mikalson
Φωτογραφία :Τὸ ἱερό τοῦ Διὸς Ὑψίστου, Ἀρχαῖο Δίον

Περὶ τῶν ὀνομασιῶν καὶ τῶν διαιρέσεων τοῦ ἑλληνικοῦ μηνὸς , ὁ ὀρθὸς καθορισμὸς καὶ ἡ μορφὴ τῆς κάθε διαίρεσης.

SolonὍσον ἀφορᾶ τὶς διαιρέσεις τοῦ ἑλληνικοῦ μηνὸς, καθὼς καὶ τὸν κατάλληλο τρόπο τοῦ καθορισμοῦ τῶν συστατικῶν μερῶν τοῦ καθενός, τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ ἀπὸ αὐτὰ τῶν ὑπολοίπων, (τὴ μορφὴ τοῦ ἡμερολογίου, κατὰ κυριολεξία) εἶναι γνωστὸ ὅτι κάθε ἀττικὸς μῆνας (καὶ μποροῦμε νὰ προσθέσουμε, ὁ κάθε ἑλληνικὸς σεληνιακὸς μῆνας), ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σόλωνος καὶ μετὰ, ἦταν διαιρημένος σὲ τρεῖς, κὰτ ‘ ὄνομα, ἴδιες ἢ ἴσες , περιόδους τῶν δέκα ἡμερῶν ποὺ ἡ κάθε μία ὀνομάζονταν Δεκάδα, ἡ Δεκάς.
Ἡ πρώτη ἐκ τῶν ὁποίων εἶχε τὴν ὀνομασία :
Μὴν ἱστάμενος,
ἡ δεύτερη : Μὴν μεσῶν,
καὶ ἡ τρίτη : Μὴν φθίνων, ἢ λήγων, ἢ ἐξιῶν, ἢ ἀπιῶν, ἢ κάτι παρόμοιο.
Ἔτσι καὶ ὁ Ἠσύχιος περιγράφει στὸ λεξικὸ του :

- Φθίνοντος μηνὸς • λήγοντος τοῦ μηνὸς • δὲ μὴν καλεῖται ὁ ἀπὸ εἰκάδος ἕως τριακάδος • μέσος δὲ μὴν ὁ ἀπὸ δεκάδος ἕως εἰκάδος • ἱστάμενος δὲ μὴν ὁ ἀπὸ πρώτης ἕως πέμπτης (διόρθωση ὕστερη : ἐννάτης ἢ δέκατης).

Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ θεωρηθεῖ σίγουρο, ὅτι ὁ Σόλων ἦταν
ὁ πρωτουργὸς ὅλων αὐτῶν τῶν τμημάτων, καθὼς καὶ γιὰ τὴν σωστὴ μορφὴ τους κατ’ἀκολουθίαν.

Ἀπὸ τὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου μπορεῖ νὰ συναχθεῖ, ὅτι ὁ ἡλιακὸς ὁμοιόμορφος μῆνας στὴν ἐποχὴ του διαιροῦταν ἐπίσης σὲ τρία ἴσα χρονικὰ διαστήματα, καὶ εἶχαν αὐτὰ τὰ ὀνόματα : ὁ μὴν ἱστάμενος, ὁ μὴν μεσῶν ἢ μέσος, ὁ μὴν φθίνων, ἀντίστοιχα, τὰ ὁποῖα ἦταν ἴδια ἐπίσης.

_ τοῦδ᾽ αὐτοῦ λυκάβαντος ἐλεύσεται ἐνθάδ᾽ Ὀδυσσεύς.
τοῦ μὲν φθίνοντος μηνός, τοῦ δ᾽ ἱσταμένοιο,
οἴκαδε νοστήσει, καὶ τίσεται ὅς τις ἐκείνου
ἐνθάδ᾽ ἀτιμάζει ἄλοχον καὶ φαίδιμον υἱόν.
ΟΔΥΣΣΕΙΑ Ξ στ. 161-164

Μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ἐπίσης, ὅτι οἱ ἡμέρες σὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς Δεκάδες ἀριθμοῦνταν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, δηλαδή : πρώτη, δευτέρα, τρίτη,… καὶ παρομοίως γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς Δεκάδος.
Τίποτα ἀλλο δὲν προσθέτονταν στὴ μορφὴ τῆς καθορισμοῦ τῶν ἡμερῶν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διαίρεση τῆς περιόδου τοῦ μηνὸς, δηλαδὴ : πρώτη ἱσταμένου, πρώτη μεσοῦντος, πρώτη φθίνοντος, καὶ παρομοίως οἱ ὑπόλοιπες.

Αὐτὸν τὸν τρόπο ὀρισμοῦ τους, ὁ Σόλων τὸν διατήρησε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴν πρώτη Δεκάδα τοῦ δικοῦ του μῆνα, ἐκείνης τοῦ μηνὸς ἱσταμένου.
Στὴ δεύτερη δεκάδα, οἱ ἡμέρες τοῦ σεληνιακοῦ του μηνὸς ὑπολογίζονται ὄχι μόνον σύμφωνα μὲ αὐτὸν τὸν κανόνα : πρώτη μεσοῦντος, δευτέρα μεσοῦντος, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀλλὰ ἡ ἀρίθμιση συνεχίζεται, ἀπὸ τὴ δέκατη ἕως τὴ δέκατη ἔνατη καὶ τὴν εἰκοστὴ τοῦ μηνός.
Στὴν τελευταία Δεκάδα ἡ μορφὴ τοῦ σεληνιακοῦ μηνὸς τοῦ Σόλωνος ἀλλάζει καὶ ἡ ἀρίθμιση ἀρχίζει μὲ τὴν δεκάτη φθίνοντος, ἀλλὰ ὑπονοόντας τὴν 21η τοῦ μηνὸς μὲ ἐπομένη τὴν ἐνάτη φθίνοντος ὑπονοόντας τὴν 22η τοῦ μηνὸς…καὶ οὕτω καθεξῆς, μειώνοντας κατὰ μονάδα, μέχρι τὴν δευτέρα φθίνοντος, δηλαδὴ τὴν 29η τοῦ μηνός,
ὅπως θὰ εἶχαν οἱ μῆνες 30 ἡμέρες, καὶ στὴ τρίτη φθίνοντος, δηλαδὴ τὴν 28η , ὅπως θὰ εἶχαν μόνο 29 ἡμέρες.

Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Ἠσύχιος καταγράφει, τὴ δευτέρα φθίνοντος • ἀπὸ τῆς τριακάδος – τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ διορθωθεῖ στὴν ἀνάγνωση καὶ νὰ σημαίνει : ἡ πρὸ τῆς τριακάδος, δηλαδὴ ἡ 29η τοῦ μηνός.
Αὐτὸς ὁ ἰδιόμορφος τρόπος γιὰ τὴν τελευταία δεκάδα τοῦ σεληνιακοῦ μηνὸς, ἔχει συμφωνηθεῖ ἀπὸ ὅλους τοὺς σχολαστικούς, συγγραφεῖς, μελετητὲς καὶ ἐρευνητὲς, ὅτι ἦταν θεσμὸς τοῦ Σόλωνος, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ εἶχε τεθεῖ σὲ λειτουργία μὲ τὴν σεληνιακὴ διόρθωσή τοῦ ἡμερολογίου.
Εἶναι τὸ πιὸ χαρακτηριστικό στοιχεῖο τοῦ συνόλου τοῦ μηνὸς τοῦ κλασικοῦ ἑλληνικοῦ ἡμερολογίου, καὶ ἀρχικὰ ἐπινοήθηκε μὲ τὸ σεληνιακὸ ἡμερολόγιο, καὶ ὀρθῶς ἰσχύει μόνο γιὰ αὐτό.

Στὰ χρόνια ποὺ πέρασαν αὐτὸ τὸ στοιχεῖο διατηρήθηκε λόγω τῆς δύναμης τῆς συνήθειας, παράδειγμα, ὁ Σοφιστὴς Ἀρειστίδης (+2ος αἰὼν) ὁμιλεῖ γιὰ τὶς δέκα τελευταίες ἡμερες τοῦ Ποσειδεῶνος ἔχοντας στὸ νοῦ του αὐτὸν τὸ τρόπο, στὸ ἡμερολόγιο τῆς Σμύρνης στὴν ἐποχή του, τὸ ὁποῖο ἦταν ἡλιακό. (Ἱεροί Λόγοι Α.23)
Ὁ Θεόδωρος Γαζῆς (1398-1475) πρότεινε κάποτε νὰ διατηρηθεῖ αὐτὴ τὴ μοναδική ἱδιομορφία καὶ στὸ ἡμερολόγιό τῆς ἐποχῆς του, τὸ ὁποῖο ἦταν ἡλιακό.
(Περὶ μηνῶν, 15)

Ἡ σωστὴ ὁνομασία τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς τελευταίας δεκάδος, ἦταν τόσο ἡ «ἔνη καὶ νέα», ὅσο καὶ ἡ «τριακὰς», καὶ ἀπὸ ἕνα διάστημα καὶ μετὰ, στὸ Ἀττικὸ Ἡμερολόγιο, ἔλαβε καὶ τὸ ὄνομα «Δημητριὰς», πρὸς τιμὴν τοῦ Δημητρίου, τοῦ ὑιοῦ τοῦ Ἀντίγονου, ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας τὸ β΄ἔτος τῆς 118ης Ὁλυμπιάδος (- 307).

- δέχεσθαι Δημήτριον ὁσάκις ἂν ἀφίκηται τοῖς Δήμητρος καὶ Διονύσου ξενισμοῖς, τῷ δ’ ὑπερβαλλομένῳ λαμπρότητι καὶ πολυτελείᾳ τὴν ὑποδοχὴν ἀργύριον εἰς ἀνάθημα δημοσίᾳ δίδοσθαι. τέλος δὲ τῶν τε μηνῶν τὸν Μουνυχιῶνα Δημητριῶνα καὶ τῶν ἡμερῶν τὴν ἕνην καὶ νέαν Δημητριάδα προσηγόρευσαν..
(ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ 12.2)
Βλέπε ἐπίσης Ἁρποκρατίων καὶ Λεξικὸ Σουΐδα :Ἔνη καὶ νέα, Σχόλια σὲ Πίνδαρο Νέμεα, 3.1

Παρόλα αὐτὰ, τὸ ὄνομα «τριακὰς» εἶναι ἀρχαιότερο τοῦ «ἔνη καὶ νέα».
Ὁ σωστὸς ορισμὸς γιὰ τὴν τελευταία ἡμέρα τοῦ σεληνιακοῦ μηνὸς, ἀνάμεσα στοὺς Ἀθηναίους, (καὶ στὴν πραγματικότητα ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς πρόγονους μας , τοὺς Ἕλληνες) ἦταν «ἔνη καὶ νέα».
Τίποτα πιὸ καλύτερο ὰπὸ αὐτὸ τὸ ἰδίωμα δὲν βεβαιώνεται στὰ κείμενα καὶ στὶς σωζόμενες ἐπιγραφὲς, , ἂν καὶ ἡ χρήση αὐτῆς τῆς λέξης «ἕνος» πρέπει νὰ ὑπολογίζονταν ὠς μία ἀπὸ τὶς ἰδιαιτερότητες τῆς ἀττικῆς διαλέκτου, ἡ σημασία τῆς λέξεως πάντα ἦταν αὐτὴ τοῦ «παλαιός».
Σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ «ἀρχαὶ» εἶχε διατηρηθεῖ σὲ μία ἄλλη ἀττικὴ φράση, αὐτὴ τοῦ :
– αἳ ἔναι ἀρχαί,
ὑπὸ τῆς ἔννοιας τοῦ:
– ἀρχαὶ αἳ παρωχημέναι, οἱ περυσινοὶ ἄρχοντες, ἢ τὰ παρόμοια.
Αὐτὸ τὸ ἰδιωματικὸ ὄνομα, «ἔνη καὶ νέα», τότε γιὰ τὴν τελευταία ἡμέρα τοῦ μῆνα ἦταν τὸ ἴδιο πράγμα μὲ ἐκείνο τοῦ «παλαιὰ καὶ νέα» , καὶ ἕνα τέτοιο ὄνομα γιὰ μία τέτοια ἡμέρα, (δηλαδὴ τὴν τελευταία τοῦ πολιτικοῦ σεληνιακοῦ μῆνα ὡς ἐκπρόσωπος τῆς τελευταίας τοῦ φυσικοῦ), θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἱδρύθηκε γιὰ τὸν λόγο:
τῶν τελευταίων 24 ὡρῶν τοῦ πολιτικοῦ σεληνιακοῦ μῆνα τῶν 30 ἡμερῶν ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὶς τελευταίες 12 ὧρες τοῦ προηγούμενου σεληνιακοῦ μῆνα, καὶ τὶς πρώτες 12 ὧρες τοῦ ἑπόμενου.
Ἡ πρώτη εἰσαγωγὴ ὡς ἐκ τούτου, αὐτοῦ τοῦ περίεργου ὀνόματος γιὰ τὴν τελευταία ἡμέρα τοῦ σεληνιακοῦ μῆνα χρεώνεται στὸν Σόλων.
Ὁ Σόλων εἶναι αὐτὸς ποὺ :
-Πρῶτος … τὴν τριακάδα ἔνην καὶ νέαν ἐκάλεσεν .
(Διογένης Λαέρτιος Βίοι α΄2.57)
Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Διογένη βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ τελευταία ἡμέρα ἤδη εὶχε τὸ ὄνομα «τριακὰς» πρὶν ὁ Σόλων δώσει τὸ νέο ὄνομα «ἔνη καὶ νέα».

Ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος καταγράφεται ὡς ὁ διανοητὴς τῆς τριακάδος:
Πρῶτος δὲ τὴν ὑστέραν τοῦ μηνὸς τριακάδα εἶπεν.
(Διογένης Λαέρτιος Βίοι α΄,3.24)

-Σόλωνος δὲ καὶ ὅτι ὁ μὴν ὁ σεληνιακὸς οὐκ ἔστι τριακονθήμερος • καὶ διὰ τοῦτο πρῶτος αὐτὸς ἔνην ἐκάλεσε καὶ νέαν .
(Πρόκλος εἰς τὸν Τίμαιον Α.57,25ε)

Συγκρίνοντας καὶ τοὺς στίχους τοῦ Ἀριστοφάνους ἀπὸ τὸ ἔργο του «Νεφέλαι στ.1187»:

-Φ. Ὁ Σόλων ὁ παλαιὸς ἦν φιλόδημος τὴν φύσιν.
Σ. Τουτὶ μὲν οὐέν πω πρὸς ἔνην τε καὶ νέαν.
Φ. Ἐκεῖνος οὖν τὴν κλῆσιν εἰς δύ’ἡμέρας
ἔθηκεν, εἴς γε τὴν ἔνην τε καὶ νέαν.

Ἡ τελευταία ἡμέρα λοιπὸν ὀνομάστηκε «ἔνη καὶ νέα» ἀπὸ τὸν Σόλωνα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πρώτη ποὺ ὀνομάστηκε «νουμηνία», ὅπως γράφει παρακάτω ὁ Ἀριστοφάνης στὶς Νεφέλες του στ. 1196:

-Σ. Πῶς οὐ δέχονται δῆτα τῆ νουμηνίᾳ
ἀρχαὶ τὰ πρυτανεῖ, ἀλλ’ἔνῃ τε καὶ νέα;

Σὲ αὐτὴ τὴ ἐρώτηση ὁ Ἀθηναῖος (6.71) δίνει τὴν ἀπάντηση.
Άπὸ τὶς Πρότεραι Νεφέλαι, τὴν πρώτη ἔκδοση τῶν Νεφελῶν :

-Β. Ὅπερ οἱ προτένθαι γὰρ δοκοῦσί μοι παθεῖν•
ἵν’ὡς τάχιστα τὰ πρυνεῖ’ὑφελοίατο,
διὰ τοῦτο προὐτένθευσαν ἡμέρᾶ μιᾶ.

Ἔτσι, αὐτὴ ἡ φράση «ἔνη καὶ νέα» ποὺ εἶχε καθιερωθεῖ σ’αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἦταν γνωστὸ ἤδη ὅτι σήμαινε «παλαιὰ καὶ νέα» καὶ προκύπτει ἀπὸ μία προηγούμενη νύξη:

-Εἰ μή πέρ γ’ἅμα
αὐτὴ γένοιτ’ἄν γραῦς τε καὶ νέα γύνη.
(Νεφέλαι στ.1184 ἀναφ. στ.1222)

Ὅλα αὐτὰ τὰ εὐφυολογήματα καὶ οἱ παιγνιώδης νύξεις γιὰ τὶς ἱδιομορφίες τοῦ σεληνιακοῦ ἡμερολογίου, ὠς ἐπινόηση τοῦ Σόλωνος , εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκῆ γιὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ ἐπινοητὴς .

Ὀρέστης Πυλαρινός.
Φωτογραφία : Προτομὴ τοῦ Σόλωνος, Μουσεῖο Νάπολης

Ἡ Λατρεία

800px-sacrifice_scene_louvre_g402

Τί εἶναι ἡ λατρεία στὴν ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ παράδοση;

Ἡ Ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ λατρεία, εἶναι οὐσιαστικὰ οἱ ἱεροπραξίες, οἱ σπονδὲς καὶ οἱ προσφορὲς ἀγαθῶν ποὺ δείχνουν Τιμή πρὸς τὴν θεότητα.
Οἱ λάτρεις ἤθελαν νὰ τιμήσουν τὴ θεότητα γιὰ τὴν δύναμη ποὺ εἶχε καὶ γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ἀγαθὰ ποὺ τοὺς προσέφερε.
Οἱ Ἕλληνες θεοὶ ἤθελαν ἀπὸ τοὺς λάτρεις τους «Τιμή» καὶ «Σεβασμό», ὅχι «Ἀγάπη» . Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ἱουδαιοχριστιανικὴ παράδοση, ὁ Ἕλληνας Θεός, ἀκόμη καὶ ὁ πατέρας τῶν Θεῶν, ὁ Δίας, δὲν εἶναι «ὁ πατέρας μας», καὶ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε «παιδιά του».
Δὲν ἀναμένεται νὰ ἀγαπᾶς μία ἑλληνικὴ θεότητα, ὅπως ἕνα παιδὶ ἀγαπάει τὸν γονέα του.
Εἶναι ἡ «Τιμή» καὶ «Σεβασμὸς» τὸ μόνο ποὺ ἤθελαν οἱ Ἕλληνες Θεοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἀλλὰ τί εἴδους «Τιμὴ» ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτή;

Δὲν εἶναι ἡ τιμὴ ποὺ ὀφείλουν τὰ παιδιὰ στοὺς γονεῖς τους, οὔτε ἡ τιμὴ ποὺ ὀφείλει ἕνας δοῦλος στὸν κύριό του.
Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δούλους, ἀναλογίζονταν ὅτι ἡ δουλοπρέπεια δὲν ἄξιζε σὲ ἕναν ἐλεύθερο ἄνθρωπο καὶ τυπικὰ αὐτὸ ἦταν χαρακτηριστικὸ τῶν βαρβαρικῶν κοινωνιῶν, ὅπως τῆς Περσικῆς κοινωνίας, οἱ Ἑλληνες δὲν ὑποτάσσονταν ποτὲ καὶ σὲ κανέναν, ἀκόμη καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς θεούς τους.

Οἱ Ἕλληνες τιμοῦν τοὺς θεούς τους, ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ Θεοὶ ἔχουν τὴ δύναμη νὰ τοὺς βοηθοῦν, καὶ οἱ Θεοί τοὺς βοηθοῦσαν σὲ θέματα ποὺ οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι ἦταν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῶν δυνατοτήτων καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐλέγχου τῶν ἄνθρώπων.

Τὰ θέματα σὲ πιὸ γενικὲς γραμμές περιλάμβαναν:
1) τὴν εὐφορία τῶν καλλιεργειῶν, τὴν γονιμότητα τῶν ζώων, καὶ τῶν ἀνθρώπων,
2) τὴν οἰκονομικὴ εὐημερία,
3) τὴν καλὴ ὑγεία, καὶ
4) τὴν ἀσφάλεια στοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου τῆς ναυτιλίας.

Ἀρκετοὶ ἦταν οἱ Ἕλληνες θεοὶ ποὺ συνέβαλαν στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ σὲ ἕναν ἢ περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τομεῖς.
Γιὰ παράδειγμα, οἱ τελετὲς τῆς Δήμητρος, κατευθύνονταν πρὸς τὴ γονιμότητα τῶν καλλιεργειῶν καὶ πιθανῶς τὴ βοήθεια πρὸς τὴ γονιμότητα τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐπίσης.
Ἡ Ἀφροδίτη εἶχε ἐπίσης τὸν δικὸ της ρόλο στὴν ἀνθρώπινη γονιμότητα, ἡ Ἥρα στὸ γάμο. Ὁ Δίας ἔφερνε τὴ βροχὴ ποὺ ἦταν ἀπαραίτητη, ἤ τὴν ἄφθονη συγκομιδή, προωθοῦσε τόσο τὴν γονιμότητα τῶν καλλιεργειῶν ὅσο καὶ τὴν οἰκονομικὴ εὐημερία στὴν γεωργικὴ κοινωνία. Οἱ τεχνίτες στρέφονταν στὸν Ἥφαιστο καὶ στὴν Ἀθηνᾶ γιὰ τὸ ἔργο τους, καὶ οἱ ναυτικοὶ στὸν Ποσειδῶνα.
Γιὰ τὴν καλὴ ὑγεία στὰ μέσα τοῦ -πέμπτου αἰώνα οἱ Ἀθηναῖοι στρέφονταν πρὸς τοὺς τοπικοὺς ἥρωες, τὸν Ἀπόλλωνα, ἐπίσης καὶ σὲ μία λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς , τὴν Ὑγεία στὴν Ἀκρόπολη ἤ στὸν Ἀσκληπιὸ.
Εἶχαν ἱδρύσει μεγάλα ἱερὰ καὶ κέντρα θεραπείας γιὰ τὸν Ἀσκληπιὸ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Πειραιά.
Οἱ Ἀθηναῖοι ἀντιμετώπισαν συχνὰ κινδύνους ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὴν ναυτιλία, ἔτσι γιὰ τὸ πρῶτο στράφηκαν στὴν ἔνοπλη προστάτιδά τους, τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ γιὰ τὸ δεύτερο στὸν Ποσειδῶνα. Σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τομεῖς οἱ Ἕλληνες ἀναγνώριζαν τὴ σημασία τῶν προσπαθειῶν τους, ἀλλὰ στὸν κάθε τομέα ὑπῆρχε ἐπίσης καὶ τὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνεξέλεγκτου, καὶ ἐκεῖ ἦταν ποὺ ζητοῦσαν τὴν εὔνοια τῶν θεῶν.
Ὅταν πήγαιναν στὸν πόλεμο ἢ ἀπέπλεαν μὲ τὰ πλοῖα τους γιὰ τὸ θυελλῶδες καὶ φουρτουνιασμένο Αἰγαῖο, ἤθελαν οἱ θεοὶ νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι μαζί τους – ἐξ οὐ καὶ οἱ ἐτήσιες γιορτὲς – γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ τοὺς βοηθήσουν ἂν χρειαζόταν.

- μὲ χέρια ἀγνὰ κι’ἀμόλυντα κατὰ τὴ δύναμη σου
νὰ θυσιάζεις στοὺς ἀθάνατους θεοὺς καὶ νὰ τοὺς καίεις σφαχτὰ παχιὰ, κι ἄλλοτε μὲ σπονδὲς νὰ τοὺς τιμᾶς τὸ βράδυ καὶ τὸ πρωί ποὺ τ’ἅγιο φῶς σκορπίζεται γιὰ νὰ ‘χουν νοῦ καὶ καρδιὰ εὐνοϊκὴ ἔτσι ποὺ νὰ ἀγοράζεις τῶν ἄλλων τὴν κληρονομιὰ κι ὄχι ἄλλος τὴ δικὴ σου.
ΗΣΙΟΔΟΣ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ 336-341

- ἐγὼ δέ, ὦ Ἀθηναῖοι, δὲν πιστεύω ὅτι οἱ θεοί, ἂν νόμιζαν ὅτι εἶχαν ἀδικηθεῖ ἀπὸ μένα, δὲν θὰ μὲ τιμωροῦσαν, ὅταν μέ εἶχαν μέσα στοὺς μεγαλύτερους κινδύνους. Γιατὶ ποιὸς κίνδυνος εἶναι μεγαλύτερος γιὰ τοὺς ἄνδρες ἀπὸ ὅ, τί νὰ πλέουν στὴ θάλασσα κατὰ τὴ χειμερινὴ περίοδο;
Ὅταν μὲ εἶχαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, ὅταν εἶχαν τὸν ἔλεγχο τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας μου, τότε θὰ μὲ ἔσωζαν; Δὲ θὰ ἦταν σὲ θέση ἀκόμη καὶ νὰ ἀποτρέψουν τὸ σῶμα μου ἀπὸ μιὰ πρέπουσα ταφή;
ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ 1.137-138

Ἤθελαν τοὺς θεοὺς ὡς μία ὀμπρέλα προστασίας, κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ ἀσκοῦν τὶς δικές τους ἀνθρώπινες ἱκανότητες. Ἀντιλαμβάνονταν τὴν προστασία τῶν θεῶν, ὅπως οἱ πολίτες ἀντιλαμβάνονταν τὴν προστασία τους ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ γιὰ θέματα πέρα ἀπὸ τὸν ἔλεγχό τους, καί, ὅπως ἀκριβῶς οἱ πολίτες σέβονταν καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν βασιλιᾶ γιὰ τὴν παροχὴ βοήθειας σὲ περιόδους ἀνάγκης, ἔτσι καὶ οἱ Ἕλληνες τιμοῦσαν καὶ εὐχαριστοῦσαν τοὺς θεοὺς γιὰ τὴν βοήθεια τους.

Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶχαν θεοὺς ποὺ τοὺς θέσπιζαν κώδικες ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς ἢ τοὺς ἐπέβάλαν ὁποιοδήποτε ἄλλο κώδικα. Οἱ Ἕλληνες λάμβαναν τοὺς κανόνες τῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς καὶ τοὺς κανόνες τοῦ δικαίου μέσω τῆς ποιητικῆς καὶ ἀργότερα μέσω τῆς φιλοσοφίας. Οἱ Ἕλληνες θεοὶ τιμωροῦν περιστασιακὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀδικία, ἀλλὰ ὄχι τόσο συχνὰ στὴν καθημερινὴ ζωή ὅσο στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία, συνήθως τιμωροῦν μόνο ὅταν ἡ ἄδικη συμπεριφορὰ προσκρούει στὴν τιμὴ τῶν θεῶν. Σὲ γενικὲς γραμμές, πάνω στὴν πρακτική τῆς θρησκείας τους, οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι οἱ θεοὶ τους ἔδειχναν λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν θρησκευομένων πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τους Ἕλληνες.

Ἡ Εὐσέβεια ωστόσο, ἀφοροῦσε τοὺς θεοὺς σὲ μεγάλο βαθμό, καὶ εὐσέβεια στὴν ἑλληνικὴ παράδοση εἶναι ἡ προσφορὰ κατάλληλων τιμῶν στοὺς θεοὺς στὶς κατάλληλες περιστάσεις. Ἡ Εὐσέβεια, γιὰ τοὺς Ἕλληνες, δὲν ἦταν ἕνα θέμα συναισθηματικὸ ἀλλὰ ἦταν θέμα Σοφρωσύνης. Ἦταν λογικὸ κάποιος νὰ τιμᾶ κάποιον ἤ κάποιον ἀπὸ τοὺς θεοὺς ποὺ βοηθᾶ μὲ διάφορους τρόπους, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ εὐσέβεια σὲ μεγάλο βαθμὸ ἦταν θέμα τῆς λογικῆς.
Ὁ ἀσεβὴς ἄνθρωπος – αὐτὸς ποὺ δὲν ἐπιστρέφει δηλαδὴ μὲ τιμὲς τὴν βοήθεια – δὲν εἶναι ὅτι τοῦ λείπει ἡ «πίστη» (μία διατύπωση ποὺ οἱ Ἕλληνες δὲν χρησιμοποιοῦν), ἀλλὰ δὲν ἔχει «λόγο».
Ἡ Ἀσέβεια εἶναι ἀνοησία καὶ ἀρκετὰ συχνὰ ταυτίζεται μὲ τὴν «τρέλα». Καὶ γι’αὐτὸ τὸ λόγο οἱ θεοὶ θὰ τιμωρήσουν αὐτὸ τὸ ἄτομο. Πέρα ἀπὸ τοὺς θεοὺς οἱ Ἕλληνες ἦταν αὐστηροὶ καὶ στὴ νομοθεσία περὶ τῆς Ἀσέβειας.

Οἱ Λάτρεις εἶναι εὐσεβεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἀποδίδουν τὶς κατάλληλες τιμὲς στοὺς Θεοὺς στὶς κατάλληλες περιπτώσεις. Οἱ περιπτώσεις αὺτὲς ἦταν οἱ ἐτήσιες ἑορτὲς, μία περίοδος προσωπικῆς ἀνάγκης καὶ βαθιᾶς θρησκευτικῆς εὐλάβειας. Οἱ Λάτρεις τῶν θεῶν ἐκφράσουν τὴν τιμή τους, δίνοντας ἀγαθὰ δῶρα στοὺς θεοὺς γιὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήσουν γιὰ τὰ ἀγαθὰ δῶρα καὶ τὴ βοήθεια ποὺ τοὺς παρέχει. Θέλουν τοὺς θεοὺς, ἀνὰ πάσα στιγμή, νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι, καὶ ἂν αἰσθάνονται ὅτι οἱ θεοὶ δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι τότε καταβάλουν προσπάθειες γιὰ νὰ τοὺς κατευνάσουν καὶ νὰ τοὺς ξαναφέρουν στὴ καλὴ εὔνοιά τους.

- ὅτι ἐὰν κανεὶς ἄνθρωπος ἠξεύρη καὶ νὰ λέγη καὶ νὰ πράττη εὐάρεστα εἰς τοὺς θεοὺς καὶ ὅταν προσεύχεται καὶ ὅταν θυσιάζη, αὐτὰ εἶναι ὁπού λέγω ἐγὼ εὐσεβῆ ἔργα• ὅλα δὲ αὐτοῦ του εἴδους τὰ ἔργα σώζουν καὶ τοὺς ἰδιαιτέρους οἴκους τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς κοινᾶς ὑποθέσεις τῶν πόλεων. Ὅσα δὲ ἔργα εἶναι ἐναντία ἀπὸ τὰ εὐάρεστα, εἶναι ἀσεβῆ, τὰ ὁποία ἴσα-ἴσα καταστρέφουν ἐκ θεμελίων καὶ ἐξαφανίζουν τὰ πάντα.
Εὐθύφρων στὸν Πλάτωνα, Εὐθύφρων 14β

Μὲ τί ὅμως οἱ θεοὶ εἶναι εὐχαριστημένοι;
Οἱ θεοὶ εἶναι εὐχαριστημένοι ὅταν τὰ ἀγαθὰ τοὺς δίδονται πρὸς τιμήν τους.
Ποιὸ ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ ἀγαθό;
Τὸ ἀγαθὸ θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ εἶναι ἕνας ὕμνος συνθεμένος πρὸς τιμήν τους, ἐξαίροντας τὴ συμβολή τους, τραγουδημένος ἀπὸ μία χορωδία νέων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν στὴν ἑορτὴ τους.
Ἕνας χορὸς μπορεῖ νὰ συνοδεύει τὸν ὕμνο, ἐπίσης καὶ ἄλλοι χοροὶ καὶ διαγωνισμοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν πρὸς τιμὴν τῶν θεῶν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀγαθὰ εὐχαριστίες πρὸς τὴ θεότητα.
Οἱ Θεοί, ἐπίσης, εἶναι ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὰ ἀναθήματα, αὐτὴ εἶναι μία ἄλλη μορφὴ εὐχαριστίας, τὰ ἀναθήματα κοσμοῦν τὰ ἱερά τους. Οἱ θεοὶ , ὅπως καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἱκανοποιοῦνται μὲ τὰ δῶρα ,τὰ δῶρα τῶν τροφίμων καὶ ποτῶν, τὶς σπονδὲς.
Ἕνα ἀκόμα δῶρο πρὸς τοὺς θεοὺς εἶναι καὶ οἱ θυσίες.

Ἡ Θυσία εἶναι οὐσιαστικὰ μία διαδικασία, μία τελετουργία, κατὰ τὴν ὁποία ἕνα μὴ-ἱερὸ ἀντικείμενο δίνεται ὡς δῶρο σὲ μία θεότητα. Εἶναι σὰν μία ἀφιέρωση, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ μὴ-ἱερὸ ἀντικείμενο δίνεται πρὸς τὴ θεότητα καὶ ὡς ἐκ τούτου γίνεται ἱερό, ἀλλὰ συνήθως μία ἀφιερωματικὴ θυσία σημαῖνει τὴν παροχὴ τροφίμων ἢ ποτῶν – γιὰ παράδειγμα, οἱ ἄρτοι, τὰ φροῦτα, τὸ κρέας τῶν ζώων, τὸ γάλα, καὶ ἰδιαίτερα τὸ κρασὶ – ὅλα τὰ τρόφιμα καὶ ποτά, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες ἀπολαμβάνουν.
Θὰ πρέπει ἴσως ,νὰ διαχωρίσουμε τὶς προσφορὲς τῶν ἄρτων στὸ βωμό, τῶν φροῦτων, τῶν λαχανικῶν τῶν σπονδῶν τοῦ κρασιοῦ ἤ ἄλλων ποτῶν ἀπὸ αὐτὴ τῆς θυσίας ἑνὸς ζώου.

Ἡ κοινὴ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἑλληνικὴ θυσία εἶναι ἁπλῶς μιὰ θανάτωση ζώων γιὰ τοὺς θεοὺς εἶναι λανθασμένη.

Ἡ θανάτωση τοῦ ζώου ἦταν μόνο ἕνα βῆμα, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀπαραίτητο στὴν τελετὴ παρουσίασης τοῦ ζώου πρὸς τὸ θεό.
Ὅταν μία ἀγελάδα εἶχε θυσιαστεῖ, πρῶτα ἀπὸ ὅλα εἶχε καθαριστεῖ μὲ νερὸ καὶ ἀρώματα, μετὰ εἶχε διακοσμηθεῖ, ὁδηγηθεῖ στὸ βωμό, ἠμιναρκωθεῖ, θανατωθεῖ, ἀφαιμαχθεῖ, τεμαχιστεῖ, καί, τέλος προσφέρονταν στὴ θεότητα.
Συνήθως μόνο μερικὰ τμήματα τοῦ ζώου προσφέρονταν, καὶ κατὰ μία ἔννοια τὸ κάψιμο καθορισμένων τμημάτων τοῦ ζώου στὸ βωμὸ τῆς θεότητος ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς τελετουργικῆς θυσίας.

Ἄλλα στοιχεῖα αὐτῆς τῆς τελετουργικῆς θυσίας, μετὰ τὴ θανάτωση ἦταν ἡ ἑορτὴ ποὺ ἀκολουθοῦσε.
Ἡ ἑλληνικὴ λέξη Θύειν, σὲ σχέση μὲ τὴν λατινικὴ Fumus, σημαίνει «καπνίζω», δηλαδή κάνω καπνό.
Τὰ καθορισμένα τμήματα τοῦ ζώου, ἤ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, τὰ ὁλοκαυτώματα, δηλαδὴ, τὸ σύνολο τῶν ζώων «καπνίζονταν» πάνω στὸ βωμό, καὶ ἦταν ἡ κνῖσα ἀπὸ τὴν καύση τοῦ κρέατος ποὺ ἀνυψώνονταν πρὸς τὶς οὐράνιες θεότητες καὶ τὶς εὐχαριστοῦσε.
Σχεδὸν ὅλες οἱ ἑλληνικὲς θυσίες ζώων ἦταν κοινόχρηστες τελετουργίες, ἐκτελοῦνταν μὲ τὴν παρουσία ὅλης τῆς οἰκογένειας, τοῦ χωριοῦ, τῆς πόλεως , τοῦ κράτος, ἢ ἄλλων κοινωνικῶν / πολιτικῶν μονάδων, ἔτσι ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς τῆς κοινότητας ἔπαιρναν μέρος στὴ γιορτὴ ποὺ περιλάμβανε τὴ θυσία.
Οἱ ἑλληνικὲς θυσίες ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τιμὴ πρὸς τὸν θεό, σηματοδοτοῦσαν τὴν ἐνότητα τῆς κοινότητας, τὴν εὐκαιρία γιὰ μία ἐπίσημη ἑορταστικὴ συγκέντρωση καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπαναβεβαίωνε τὴν αἴσθηση τῆς ἀλληλεγγύης.

Οἱ Θυσίες ἦταν, ὅπως καὶ οἱ προσφορές, οἱ σπονδές, τὰ τραγούδια, οἱ χοροὶ , οἱ ὕμνοι, καὶ τὰ ἀναθήματα, δῶρα πρὸς τὶς θεότητες, τὰ δῶρα ποὺ ἔδιναν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν τιμή τους πρὸς τὴ θεότητα σὲ ἀντάλλαγμα γιὰ ὅ, τί ἡ θεότητα τοὺς προσέφερε.
Ἡ θεότητα, μὲ τὴ σειρά της, ἐξέφρασε τὴν ἱκανοποίησή της ἀπὸ αὐτὰ τὰ δῶρα.

-Κάποιος πρέπει νὰ θυσιάσει στοὺς θεοὺς γιὰ τρεῖς σκοπούς: νὰ δώσει τιμή, νὰ δείξει τὴν εὐγνωμοσύνη, ἢ λόγω τῆς ἀνάγκης κάποιου γιὰ τὸ καλό.
Θεόφραστος ,περὶ Εὐσεβείας, ἀπόσπ. 12

Οἱ Ἕλληνες ἐξέφρασαν αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τῶν ἰδεῶν μὲ τὴ λέξη «Χάρις», ἡ χάρις ἀναμενόταν νὰ ἐπιστραφεῖ καὶ ἡ ἀμοιβαία ἀνταλλαγὴ «χάριτων» ἢ «δώρων» ἦταν ἡ καρδιὰ μίας ἐπιτυχημένης σχέσης ἀνθρώπου καὶ θεοῦ. Αὐτὴ ἡ σχέση – μὲ βάση τὶς ἀριστοκρατικὲς καὶ ὄχι ἐμπορικὲς ἀξίες – εἶναι κάτι πιὸ λεπτεπίλεπτο καὶ πιὸ πολύπλοκο ἀπὸ ὅ,τι τὸ «σὲ δίνω ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ δώσεις» ποὺ συχνὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει αὐτὸ ποὺ συνεπάγεται.

Οἱ Ἕλληνες θεοὶ δίνουν ἐπιτυχίες στὴ γονιμότητα, τὴν οἰκονομικὴ εὐημερία, τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀσφάλεια. Οἱ ἄνθρωποι δίνουν χάρες (ἐπιστρέφουν ὠς ἀντάλαγμα) στοὺς θεοὺς τὰ ἱερά, τὶς προσφορές, τὶς σπονδές, τὶς θυσίες, τὰ ἀναθήματα, τοὺς ὕμνους καὶ τοὺς χορούς. Οἱ θεοί, μὲ τὴ σειρά τους, «χαίρονται», τὸ χαίρειν ἐτυμολογικὰ σχετίζεται μὲ τὴν «Χάρις», σὲ αὐτὰ τὰ δῶρα τῆς τιμῆς.
Τὰ δῶρα τῶν ἀνθρώπων μπορεῖ νὰ εἶναι, ἐπιπλέον, «κοσμήματα» γιὰ τοὺς θεοὺς καὶ τὰ ἱερά τους, καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ καλλίτερα τῆς ἑλληνικῆς τέχνης, τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς ποίησης εἶναι ἀποτελέσματα τῆς κλίσης τῶν Ἑλλήνων νὰ κάνουν ὄμορφα δῶρα στοὺς θεοὺς τους . Ἐν ὀλίγοις, οἱ ἄνθρωποι προσπαθοῦν, μέσω τῆς λατρείας, νὰ καθιερώσουν καὶ νὰ διατηρήσουν μὲ τὶς θεότητες τους ἀμοιβαία ἐπωφελεῖς σχέσεις μὲ βάση τόσο τὴν Τιμὴ ὅσο καὶ τὴν Χάρη.

- Κι ἐγώ σου κάνω τώρα θέλοντας τὴ χάρη, μ ἄθελά μου
τί ἂπ ὅσα κάτω ἂπ τὸν ἀστρόφωτο τὸν οὐρανὸ βρίσκονται
κι ἂπ ὅσα ὁ γήλιος βλέπει βγαίνοντας θνητῶν ἀνθρώπων κάστρα,
ἄλλο κανένα δὲν ἀγάπησα σὰν τ ἅγιο ἐτοῦτο κάστρο
καὶ σὰν τὸν Πρίαμο τὸν ἀντρόκαρδο μαζὶ μὲ τὸ λαό του
τί ἂπ τὸ βωμό μου τὰ χαρίσματα δὲν ἔλειψαν καθόλου,
ἡ κνίσα κι οἱ σπονδές, τί οἱ ἀθάνατοι δὲ λάχαμε ἄλλη χάρη.
Ὅμηρος, Ἰλιάδα Δ,44 ἕως 49

Ὑπῆρχαν μία σειρὰ ἀπὸ ἐτήσιες ἑορτὲς γιὰ τὶς μεγάλες θεότητες, ὁρισμένες ἀπὸ αὐτὲς εἶχαν διάρκεια ἀρκετῶν ἡμερῶν. Μπορεῖ νὰ διέφεραν σημαντικὰ ὡς πρὸς τὶς λεπτομέρειες καὶ τὴ μορφή ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ τὰ γενικὰ στοιχεῖα ἦταν τὰ ἐξῆς :

1) ἡ πομπή,
2) ὁ ὕμνος πρὸς τὴ θεότητα,
3) ἡ προσευχή,
4) ἡ θυσία,
5)οἱ εἰδικὲς ἐκδηλώσεις, ὅπως οἱ διαγωνισμοὶ ἀνάλογα μὲ τὴν θεότητα
6) ἕνα συμπόσιο γιὰ ὅλους καὶ δεῖπνο ἀπὸ τὸ κρέας τῶν ζώων ποὺ θυσιάζονται.

Jon Mikalson
Φωτογραφία : Οἰνοχόη ποὺ βρίσκεται στὸ Λοῦβρο ἀπεικονίζει ἑλληνικὴ τελετὴ θυσίας