Τὸ Τέμενος

122Ὅπως συνέβαινε πολὺ συχνά, οἱ πρόγονοι σηματοδοτοῦσαν τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ βωμό.
Χρησιμοποιοῦσαν ὁριακὲς πέτρες (ὅρια) στὶς γωνίες ἢ περιέφραζαν γύρω, δημιουργῶντας ἔτσι ἕνα κλειστὸ χῶρο , ἕνα ξεχωριστὸ περίβολο.
Ἔτεμνον, δηλαδὴ (ἀπὸ τοῦ τέμνειν), ἕνα κομμάτι γῆς γύρω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ βωμοῦ, καὶ ὁ σωστὸς ὅρος γιὰ ἕνα τέτοιο κλειστὸ ὁριοθετημένο χῶρο εἶναι, «τέμενος».
Τὸ Τέμενος ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο σὲ ἕνα θεὸ εἶναι ἱερό, (Ἱερόν). Οἱ δύο ὄροι μαζί, Τέμενος καὶ Ἱερό, σηματοδοτοῦν τὶς δύο πτυχὲς τοῦ ἱεροῦ:
Τὸ τέμενος ὡς ἕνα ξεχωριστὸ τμῆμα, καὶ τὸ Ἱερό ὡς ἕνας ἱερὸς τόπος, ἰδιοκτησίας τοῦ θεοῦ.

Μποροῦμε νὰ κατασκευάσουμε ἕνα χαμηλὸ φράχτη, πολὺ πιθανὸν ἀπὸ πέτρα ἢ τοῦβλα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετοῦν περισσότερο ὥστε νὰ ὁριοθετηθεῖ ἡ ἱερὴ ἔκταση ἀπὸ ὅ, τι γιὰ νὰ τὴν προστατεύσει.
Θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτρέψει τὴν περιπλάνηση κάποιου ζώου, ἀλλὰ ἡ πύλη του δὲν πρέπει νὰ εἶναι κλειδωμένη γιὰ νὰ εἶναι προσβάσιμο στοὺς ἐπισκέπτες.
Τὰ πάντα ἐντός του τεμένους εἶναι «ἱερά», δηλαδή εἶναι ἰδιοκτησία τῆς θεότητος, καὶ εἶναι ἡ θεότητα καὶ ὄχι ὁ φράχτης ποὺ θὰ τὸ προστατεύσει.

«Συλῶ» σημαίνει «ἀφαιρῶ κρυφὰ πολύτιμα ἀντικείμενα ἀπὸ τὸ κτίσμα στὸ ὁποῖο ὀφείλεται σεβασμὸς», δηλαδὴ «λεηλατῶ» «ληστεύω».

Ἀγαθὰ καὶ ἄνθρωποι ἀπολάμβαναν τὴν «’Ασυλία» στὰ ἑλληνικὰ ἱερὰ, τὸ δικαίωμα «νὰ μὴ συληθοῦν».
Τὰ ἄτομα ποὺ ἀναζητοῦσαν καταφύγιο σὲ αὐτὰ τὰ ἱερὰ εἶχαν ἄσυλο.
Ἦταν ὑπὸ τὴν προστασία τῆς θεότητος τοῦ ἱεροῦ καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέπονταν σὲ κανέναν νὰ τοὺς τραβήξει ἔξω παρὰ τὴ θέλησή τους.
Θὰ μποροῦσαν ὡστόσο νὰ ἐξαπατηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἔξω ἢ νὰ πεινάσουν, ἀλλὰ σὲ καμμία περίπτωση δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ συρθοῦν βίαια ἔξω.

Τὸ νὰ κλέψει κανεὶς ἰδιοκτησία τοῦ θεοῦ ἀπὸ ἕνα τέμενος ἦταν τόσο ἀστικὸ ὅσο καὶ ἕνα βαρὺ θρησκευτικὸ ἔγκλημα.
Οταν συνελάμβαναν τοὺς κακοὺργους αὺτοὺς στὴν Ἀθήνα, τοὺς προσήγαγαν στὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀκόμη μεγαλύτερος κίνδυνος ποὺ ἀντιμετώπιζαν αὐτοὶ, εἴτε τοὺς συνελάμβαναν εἴτε ὄχι, ἦταν ἡ ὀργὴ τῆς θιγόμενης θεότητος.

Ἡ κατοικία τῶν θεῶν εἶναι μία κοινὴ προστασία ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Εὐριπίδης, Ἡρακλεῖδαι στ.260

Ὁ βωμὸς εἶναι μιὰ ἀδιάσπαστη ἀσπίδα, ἰσχυρότερη ἀπὸ ὅ, τι ἕνα οχυρό.
Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες στ.190

Ὅλοι μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ Τέμενος γιὰ λατρεία, εκτὸς καὶ ἀν ἡ λατρεία τῆς θεότητος περιορίζονταν μόνο σὲ ἀνδρες ἤ γυναῖκες.
Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ τῆς Ἀθήνας θὰ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ τέμενος τοῦ θεοῦ γιὰ λατρεία κατὰ βούληση – ἐκτὸς καὶ ἀν ἦταν «μολυσμένοι» τότε δὲν μποροῦσαν.
Ὅσοι ἦταν μολυσμένοι τότε ἦταν τελετουργικὰ ἀκάθαρτοι καὶ στεροῦνταν τὴν πρόσβαση σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ ἱερὰ στὴν Ἑλλάδα.
Ἕνας «ἀκάθαρτος» ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἐπαφὴ ἔπρεπε πρώτα νὰ λουστεῖ γιὰ νὰ ἀφαιρέσει τὴν ἀκαθαρσία πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν εἰσέλθει στὸ σπίτι μίας γυναίκας ποὺ μόλις ἔχει γεννήσει δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν σὲ κάποιο ἱερὸ γιὰ τρεῖς ἡμέρες, καὶ οἱ νέες μητέρες καὶ οἱ μαῖες ἴσως ἔπρεπε νὰ περιμένουν περισσότερο.

Οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες ποὺ ἦταν «ἀκάθαρτοι» ἀπὸ τὴν ἀκολουθία σὲ κηδεῖες ἢ βρίσκονταν σὲ μέρος παρουσία τοῦ νεκροῦ, ἀποκλείονταν ἀπὸ ἱερὰ γιὰ ἕναν χρόνο.

Ἡ σεξουαλικὴ ἐπαφή, ὁ τοκετός, καὶ ἡ συμμετοχὴ σὲ κηδεῖες ἦταν φυσικά, φυσιολογικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Ἑλληνες σὲ ἠθικοὺς ὅρους «ρυπογόνα», «μολυσματικὰ» ἢ «ἐπιλήψιμα», ἀλλὰ καθιστοῦσαν κάποιον τελετουργικὰ ἀκάθαρτο καὶ ἀποκρουστικὸ πρὸς τὸ θεῖο.

Ὅσοι εἶχαν σκοτώσει κάποιον, ἐκτὸς μάχης, εἴτε τὸ ἤθελαν εἴτε ὄχι, ἦταν μολυσμένοι, καὶ τοὺς ἀπαγορεύονταν ἡ εἴσοδος μέχρις ὅτου νὰ ὑποβάλονταν σὲ ἐπίσημες τελετὲς κάθαρσης, καὶ τελετουργιῶν ξεχωριστὲς ἀπὸ ὁποιαδήποτε νόμιμη δικαστικὴ διαδικασία ποὺ ἴσως νὰ ἐμπλέκοντο.
Κάποιος ποὺ εἶχε ἐμπλακεῖ σὲ αὐτὲς τὶς διάφορες δραστηριότητες «δὲν ἄνηκε εἰς» καὶ ἦταν «ἐκτὸς τόπου» σὲ ἕνα ἱερό, καὶ ἡ ἔννοια τῆς «ἀκαθαρσίας» ἦταν ἕνας δείκτης γιὰ αὐτό.
Αὐτὸς ἢ αὐτὴ ἦταν, ὅταν ἦταν ἀκάθαρτοι, ἑξαιροῦνταν ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ κοινότητα. Ἂν ἕνα ἀκάθαρτο ἄτομο βρίσκοταν στὸ ἱερό ἤ στὸ τέμενος, ἡ θεότητα δὲν θὰ ἐρχόταν, καὶ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ προσφορὲς θὰ ἦταν μάταιες.

Τὸ «μόλυσμα» στὴν κλασικὴ ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ παράδοση εἶναι μία σχεδὸν φυσικὴ κατάσταση – μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἀκαθαρσία εἶναι μία πραγματικὴ ἢ συμβολικὴ «βρωμιὰ» ποὺ μπορεῖ νὰ μεταδωθεῖ μὲ τὴν ἐπαφὴ – καὶ ὄχι μὲ τὴν ἠθικὴ κατάσταση.
Κάποιος ἀπελευθερώνει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀκαθαρσίες μὲ καθάρσια λουτρά, ἀπὸ τὴν βαθμιαία κάθαρση στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἢ μέσα ἀπὸ κατάλληλες τελετουργίες.

Ἡ «ἀκαθαρσία» ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἐπαφή, τὸν τοκετό, καὶ τὴ δολοφονία εἶναι οἱ φυσικὲς καί, ἴσως, προφανεῖς.
Οἱ κηδεῖες καὶ ἡ ἀποστροφὴ πρὸς τοὺς νεκροὺς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἴδιων τῶν Οὐράνιων θεῶν. Ἦταν ἀπὸ τὴ φύση τους ἀθάνατοι, οἱ θεοὶ τῆς ζωῆς, καὶ στὴν ἑλληνικὴ παράδοση οἱ θεοὶ ἀπεχθάνονταν τὸ θάνατο καὶ ἀποσύρονταν ἀπὸ κάπου (ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θυσίες άγαθῶν πρὸς τιμὴ τους) ποὺ στιγματίζονταν ἀπὸ αὐτόν.
Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ νεκροί, ὅσοι εἶχαν βρεθεῖ σὲ ἀκολουθία νεκροῦ, καὶ ὅσοι ἦταν δολοφόνοι, ἑξαιροῦνταν ἀπὸ τὰ ἱερὰ τῶν θεῶν.
Δεδομένου ὅτι τὸ σύνολο τῆς νήσου Δήλου ἔγινε σταδιακὰ ἱερό του Ἀπόλλωνος, ὁ Ἀθηναῖος τύραννος Πεισίστρατος, τὸν ἕκτο αἰώνα, ἀφαίρεσε ἀπὸ τοὺς γύρω λόφους ὅλους τοὺς τάφους, ποὺ ‘’ἔβλεπαν’’ πρὸς τὸ Τέμενος τοῦ Ἀπόλλωνος , καὶ στὴ συνέχεια στὸ -426/5 οἱ Ἀθηναῖοι ἀπομάκρυναν ὅλους τοὺς ἐναπομείναντες τάφους τὸ νησί.

Οἱ ἴδιες πράξεις ποὺ μολύνουν τὰ ἄτομα καὶ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ εἰσέλθουν ἱερὰ εἶναι οἱ μεγαλύτεροι κίνδυνοι ἐὰν συμβοῦν σὲ ἕνα ἱερό, καὶ ὡς ἐκ τούτου γινόταν κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ τὴν πρόληψη τῆς σεξουαλικῆς ἐπαφῆς, τὸν τοκετό, ἢ τὸν θάνατο, ἀπὸ τὸ νὰ συμβοῦν ἐκεῖ.

Τὰ ζευγάρια δὲν ἔπρεπε νὰ συναντιοῦνται σὲ ἕνα ἱερὸ.
Τὸ νὰ σκοτώσει κάποιος σὲ ἕνα ἱερὸ ἦταν μιὰ στυγερὴ ἱεροσυλία ποὺ θὰ τιμωροῦνταν ἀπὸ τὸ θεό.

– Ποτὲ νὰ μὴν κάνεις τὴν αὐγὴ σπονδὴ στὸν Δία μὲ λαμπερὸ κρασὶ μ’ ἄνιφτα χέρια, οὔτε στοὺς ἄλλους ἀθάνατους, γιατί δὲ σ’ ἐπακοῦνε, κι ἀποφτύνουν τὶς προσευχές σου.
Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι 724-26

Ἡ «ἀκαθαρσία» μπορεῖ νὰ λογιστεῖ ὡς μία μορφὴ πραγματικῆς «μόλυνσης» ἢ «βρωμιὰς» καὶ οἱ περισσότερές μικρὲς μορφὲς της θὰ μποροῦσαν ἁπλὰ νὰ ξεπλυθοῦν.
Οἱ Ἕλληνες ἐπιθυμοῦσαν νὰ εἶναι σωματικὰ καθαροί ὅταν πλησίασαν τοὺς θεούς τους – τὸ νὰ εἶναι ἠθικὰ καθαροί δὲν ἦταν τὸ ζητούμενο.
Στὴ πύλη τοῦ ἱεροῦ, βρισκόταν μιὰ λεκάνη (περιραντήριο) μὲ νερὸ, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος λάτρης ράντιζε συμβολικὰ τὸν ἑαυτὸ του πρὶν πλησιάσει τὴ θεότητα.

Στὴν Ιπποκρατικὴ συλλογὴ (Περὶ τῆς Ἱερῆς Νόσου 4.55 – 60) περιγράφεται ἡ πράξη ὡς ἑξῆς:

-αὐτοί τε ὅρους τοῖσι θεοῖσι τῶν ἱερῶν καὶ τῶν τεμενέων ἀποδεικνύμενοι, ὡς ἂν μη‐ δεὶς ὑπερβαίνῃ ἢν μὴ ἁγνεύῃ, εἰσιόντες τε ἡμεῖς περιῤῥαινόμεθα οὐχ ὡς μιαινόμενοι, ἀλλʹ εἴ τι καὶ πρότερον ἔχομεν μύσος, τοῦτο ἀφαγνιού‐ μενοι. Καὶ περὶ μὲν τῶν καθαρμῶν οὕτω μοι δοκέει ἔχειν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
-Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε θεσπίσει ὅρια στὰ ἱερὰ τεμένη γιὰ τοὺς θεούς, ἔτσι ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τοὺς ὑπερβεῖ, ἐκτὸς ἂν εἶναι καθαρός. Ὅταν πάμε νὰ εἰσέλουμε στὸ ἱερὸ περιραντιξουμε τὸν ἑαυτό μας, ὄχι σὰν νὰ εἶμαστε μολυσμένοι, ἀλλὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ἀκαθαρσία ποὺ εἴχαμε πρίν.

Ὁ ραντισμὸς νεροῦ ἀπὸ τὸ περιραντήριο γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ κάποιου, δὲν θὰ ξέπλυνε τίς σοβαρὲς μολύνσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τοὺς νεκροὺς καὶ τἠν δολοφονία, ἀλλὰ ἀρκοῦσε γιὰ τὴν συσσωρευμένη «ἀκαθαρσία» τῆς ἡμέρας.
Γιὰ τὴν λατρεία τῶν θεῶν τὸ Τέμενος καὶ ὁ Βωμὸς μαζὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν πιὸ κοινὴ μορφὴ ἑνὸς ἑλληνικοῦ ἱεροῦ.

Jon Mikalson
Φωτογραφία :Τὸ ἱερό τοῦ Διὸς Ὑψίστου, Ἀρχαῖο Δίον

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...